
Σε μια ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση, ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής και ο καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών Κωνσταντίνος Γρίβας άσκησαν σφοδρή κριτική στην ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική, αμφισβητώντας τόσο τις επιλογές γύρω από τα F-35 όσο και τη γενικότερη αντίληψη της Αθήνας απέναντι στην Τουρκία.
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε με αφορμή την επέτειο της 24ης Ιουλίου και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, ωστόσο γρήγορα επεκτάθηκε στο «προπατορικό αμάρτημα» του 1974, στη συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή της Κύπρου, στην αντιπυραυλική θωράκιση της χώρας, στην Κάσο και στη σταδιακή θεσμοποίηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» από την Άγκυρα.
Κοινός παρονομαστής των δύο παρεμβάσεων ήταν η εκτίμηση ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει μια συνεκτική εθνική στρατηγική, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί ως το «καλό παιδί» των συμμαχιών της, χωρίς να μετατρέπει τη γεωπολιτική της αξία σε πραγματικά ανταλλάγματα.
Αϋφαντής: Το «προπατορικό αμάρτημα» της Μεταπολίτευσης
Ο Γιώργος Αϋφαντής ξεκίνησε την τοποθέτησή του παρομοιάζοντας τη Δημοκρατία με το ποδήλατο: «Όταν σταματήσεις να πατάς πετάλι, κάποια στιγμή πέφτεις. Μπορεί, βέβαια, να πέσεις και ενώ το πατάς, αν δεν προσέχεις πού πηγαίνεις».
Συνδέοντας την έναρξη της Μεταπολίτευσης με τα γεγονότα της Κύπρου, υποστήριξε ότι η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία οικοδομήθηκε πάνω σε ένα βαρύ «προπατορικό αμάρτημα»: την επιλογή του πολιτικού συστήματος να μην οδηγήσει τη χώρα σε στρατιωτική αναμέτρηση με την Τουρκία μετά την εισβολή του 1974.
Κατά την εκτίμησή του, η Ελλάδα διέθετε τότε στρατιωτικά πλεονεκτήματα, ιδιαίτερα στο Πολεμικό Ναυτικό και την Πολεμική Αεροπορία, τα οποία δεν αξιοποιήθηκαν. Χαρακτήρισε ως κορυφαίο ιστορικό βάρος το γεγονός ότι «αφήσαμε τους Τούρκους στην Κύπρο», συνδέοντας εκείνη την επιλογή με τη διαχρονική αντίληψη ότι η συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ προηγείται του ελληνικού εθνικού συμφέροντος.
Για τον πρέσβη ε.τ., η απομάκρυνση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων από την Κύπρο και η αντιμετώπιση της «Γαλάζιας Πατρίδας» θα έπρεπε να αποτελούν σταθερούς και αδιαπραγμάτευτους στόχους της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Γρίβας: Τα F-35 μπορεί να γίνουν «βαρίδι» για την άμυνα
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η τοποθέτηση του Κωνσταντίνου Γρίβα για τα εξοπλιστικά προγράμματα. Ο καθηγητής αναγνώρισε ότι τα τελευταία χρόνια έγιναν σοβαρές κινήσεις για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, αναφέροντας ως επιτυχημένο παράδειγμα την απόκτηση των Rafale.
Διατύπωσε, όμως, σοβαρές επιφυλάξεις για τα F-35, εκφράζοντας την ελπίδα να μην αποδειχθούν στο μέλλον «βαρίδι για την ελληνική άμυνα».
Όπως εξήγησε, το F-35 δεν είναι ένα συμβατικό μαχητικό, αλλά ένας «ιπτάμενος υπολογιστής», σχεδιασμένος να λειτουργεί ως οργανικό μέρος ενός ευρύτερου δικτύου. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, ακριβώς αυτή η δικτυοκεντρική φιλοσοφία δημιουργεί ερωτήματα για τη λειτουργία του αεροσκάφους σε μια πιθανή ελληνοτουρκική σύγκρουση, καθώς Ελλάδα και Τουρκία αποτελούν μέλη του ΝΑΤΟ.
Ο Κωνσταντίνος Γρίβας έφερε ως παράδειγμα το Ισραήλ, το οποίο απέκτησε F-35 έχοντας εξασφαλίσει σημαντικές παρεμβάσεις και δικά του ηλεκτρονικά συστήματα. Εκτίμησε ότι, αν η Ελλάδα δεν διαθέτει αντίστοιχο βαθμό εθνικού ελέγχου, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα μαχητικά μπορεί να υπολειτουργήσουν στο ειδικό περιβάλλον μιας ενδονατοϊκής σύγκρουσης.
Τόνισε ακόμη ότι ορισμένοι εξοπλισμοί δεν επιλέγονται αποκλειστικά με βάση τις πραγματικές ανάγκες της εθνικής άμυνας, αλλά και με στόχο τη γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας μέσα στο ΝΑΤΟ.
«Αγνοούμε τα διδάγματα της Ουκρανίας»
Ο καθηγητής προειδοποίησε ότι η Ελλάδα δεν έχει αφομοιώσει πλήρως τις τεράστιες αλλαγές που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια στην επιστήμη και την τεχνολογία του πολέμου.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, όπως επισήμανε, απέδειξε τη σημασία των φθηνότερων, μαζικά παραγόμενων οπλικών συστημάτων, των μη επανδρωμένων μέσων και της δυνατότητας ταχείας αναπλήρωσης των απωλειών. Αντίθετα, η Αθήνα εξακολουθεί να επενδύει σε πανάκριβα οπλικά συστήματα, τα οποία δεν μπορούν εύκολα να αντικατασταθούν σε περίπτωση πολεμικής φθοράς.
Μάλιστα, ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν περιορισμούς στην αναπλήρωση κρίσιμων πυρομαχικών και οπλικών συστημάτων. Παρά το γεγονός ότι αναγνώρισε πως το τελευταίο διάστημα γίνονται θετικά βήματα από τη στρατιωτική ηγεσία, υπογράμμισε ότι η προσπάθεια εκσυγχρονισμού παραμένει σε εμβρυακό στάδιο.
Αϋφαντής: «Το F-35 είναι φετίχ της απόλυτης εξάρτησης»
Ακόμη σκληρότερη ήταν η πολιτική ανάγνωση του Γιώργου Αϋφαντή, ο οποίος χαρακτήρισε το F-35 «φετίχ» που συμπυκνώνει την απόλυτη εξάρτηση της Ελλάδας από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Διευκρίνισε ότι θεωρεί τον εαυτό του φίλο της Αμερικής και της αμερικανικής κουλτούρας, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι η φιλία μεταξύ κρατών δεν μπορεί να μετατρέπεται σε σχέση υποτέλειας.
«Ή θα έχουμε, όσο το επιτρέπουν τα μεγέθη των κρατών μας, μια ισοδύναμη σχέση ή θα είμαστε παιδιά για τα τσιγάρα», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα πλήρωσε πανάκριβα αυτήν τη νοοτροπία το 1974.
Υποστήριξε επίσης ότι το μεγάλο κόστος αγοράς και υποστήριξης των F-35 θα απορροφήσει σημαντικό μέρος του αμυντικού προϋπολογισμού, στερώντας πόρους από αμεσότερες ανάγκες και από τη δημιουργία ελληνικών νεοφυών επιχειρήσεων αμυντικής τεχνολογίας.
Κατά τον ίδιο, η Ελλάδα αγοράζει ακριβά αμερικανικά συστήματα για να αποδείξει ότι είναι «καλό παιδί», χωρίς όμως να εξασφαλίζει τον απαιτούμενο σεβασμό και τα ανάλογα γεωπολιτικά ανταλλάγματα.
«Εξωτερική πολιτική δεξιώσεων, υποκλίσεων και καρπαζιών»
Ερωτηθείς ποια εξωτερική πολιτική ασκεί σήμερα η Αθήνα, ο Γιώργος Αϋφαντής απάντησε κατηγορηματικά: «Δεν ασκούμε καμία. Αυτό είναι το δράμα».
Τόνισε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή που απειλείται από διαρκείς συγκρούσεις και έχει απέναντί της μια συγκεκριμένη αναθεωρητική απειλή, την Τουρκία. Επομένως, δεν μπορεί να λειτουργεί με προτεραιότητες κρατών όπως το Λουξεμβούργο, αλλά οφείλει να επικεντρώνεται στην προάσπιση του εθνικού της συμφέροντος.
Χαρακτήρισε τη σημερινή κατάσταση ως «εξωτερική πολιτική δεξιώσεων, υποκλίσεων και καρπαζιών», φέρνοντας ως παράδειγμα την αδυναμία ολοκλήρωσης του υποθαλάσσιου καλωδίου στην περιοχή της Κάσου εξαιτίας των τουρκικών παρεμβάσεων.
Γρίβας: «Η εξωτερική πολιτική δεν είναι ανύπαρκτη – Είναι αρνητική»
Ο Κωνσταντίνος Γρίβας χρησιμοποίησε ακόμη βαρύτερους χαρακτηρισμούς, σημειώνοντας ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν είναι απλώς ανύπαρκτη, αλλά «αρνητική».
Κατήγγειλε το κυρίαρχο αφήγημα που υποβαθμίζει όσα συνέβησαν στην Κάσο και αντιμετωπίζει τη «Γαλάζια Πατρίδα» ως απλή τουρκική ρητορική, η οποία δήθεν δεν παράγει αποτελέσματα. Προειδοποίησε ότι οι μονομερείς ενέργειες, όταν επαναλαμβάνονται, συνοδεύονται από ισχύ και δεν συναντούν αντίδραση, μπορούν σταδιακά να επηρεάσουν ακόμη και τη διαμόρφωση του διεθνούς δικαίου.
Επικαλέστηκε ως ιστορικά παραδείγματα την Ινδονησία και τη Διακήρυξη Τζουάντα, αλλά και την Ισλανδία στους λεγόμενους «Πολέμους του Μπακαλιάρου» με τη Μεγάλη Βρετανία. Η μικρή Ισλανδία, χωρίς στρατό, δεν δίστασε να συγκρουστεί με το Λονδίνο και να απειλήσει ακόμη και με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, υπερασπιζόμενη τα ζωτικά της συμφέροντα.
Το κεντρικό συμπέρασμα του καθηγητή ήταν ότι η Ελλάδα επικαλείται διαρκώς το Διεθνές Δίκαιο, χωρίς όμως να το υπερασπίζεται ενεργά. Μια πρακτική που, όπως προειδοποίησε, επιτρέπει στην Τουρκία να δημιουργεί σταδιακά νέα τετελεσμένα.

Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα.
Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές.
Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.
