
Η στρατιωτική αντιπαράθεση Ισραήλ και Τουρκίας στη Συρία δεν αποτελεί πλέον θεωρητικό ενδεχόμενο. Έχει ήδη περάσει από το διπλωματικό παρασκήνιο στο πεδίο των επιχειρήσεων. Τα ισραηλινά πλήγματα στην αεροπορική βάση Αλ Ντουχούρ, λίγες ώρες μετά την αποχώρηση τουρκικής στρατιωτικής αντιπροσωπείας, επιβεβαιώνουν ότι το Ισραήλ είναι αποφασισμένο να εμποδίσει τη μετατροπή της Συρίας σε τουρκικό στρατιωτικό προτεκτοράτο.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν αφορά μόνο τη Συρία. Αγγίζει άμεσα την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, διότι συνδέεται με τον συνολικό σχεδιασμό του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Τουρκία επιχειρεί να καλύψει το κενό του Ιράν
Ο σχεδιασμός του Ερντογάν δεν είναι καινούργιος. Από την έναρξη της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης, η Τουρκία επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως όχημα πολιτικής και γεωπολιτικής επιρροής. Η Άγκυρα επιδίωξε να συγκροτήσει ένα τόξο κρατών και κινημάτων από τη Συρία και τον Λίβανο έως τη Γάζα, την Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Τυνησία.
Το σχέδιο αυτό υπέστη σοβαρά πλήγματα με την ανατροπή του Μοχάμεντ Μόρσι από τον Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι στην Αίγυπτο, την αποδυνάμωση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Τυνησία και τις εξελίξεις στη Γάζα. Δεν εγκαταλείφθηκε, όμως, από τον Ερντογάν.
Σήμερα η Τουρκία θεωρεί ότι της προσφέρεται μια νέα ιστορική ευκαιρία. Με το Ιράν αποδυναμωμένο και τη δική του περιφερειακή επιρροή περιορισμένη, η Άγκυρα επιχειρεί να καλύψει το κενό που δημιουργείται στη Συρία και στον Λίβανο. Στόχος της είναι να εγκαταστήσει στρατιωτικές δυνάμεις, ραντάρ, αντιαεροπορικά συστήματα και μαχητικά αεροσκάφη σε συριακές βάσεις, αποκτώντας μόνιμη παρουσία στα νότια σύνορα της Τουρκίας και σε μικρή απόσταση από το Ισραήλ.
Για το Ισραήλ αυτή είναι κόκκινη γραμμή. Η ισραηλινή ηγεσία θεωρεί ότι μια μόνιμη τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε απειλή μεγαλύτερη ακόμη και από εκείνη που αντιπροσώπευε το Ιράν. Η εγκατάσταση τουρκικών ραντάρ θα περιόριζε την επιχειρησιακή ελευθερία της ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας και θα επέτρεπε στην Άγκυρα να παρακολουθεί τις ισραηλινές στρατιωτικές κινήσεις.
Οι οκτώ βομβαρδισμοί ήταν μήνυμα προς την Άγκυρα
Τα οκτώ ισραηλινά πλήγματα στη βάση Αλ Ντουχούρ, στην επαρχία Ιντλίμπ και περίπου 70 χιλιόμετρα από τα τουρκικά σύνορα, δεν ήταν μια συνηθισμένη επιχείρηση κατά συριακών στρατιωτικών υποδομών. Στόχος έγιναν ο διάδρομος προσγείωσης και οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης της βάσης, η οποία επιχειρούνταν να τεθεί και πάλι σε λειτουργία.
Σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, είχε προηγηθεί επίσκεψη τουρκικής στρατιωτικής αντιπροσωπείας, ενώ ενδέχεται να είχε ήδη μεταφερθεί τουρκικός εξοπλισμός. Οι Τούρκοι αποχώρησαν και λίγο αργότερα έπεσαν οι βόμβες. Είναι πιθανό να είχε προηγηθεί προειδοποίηση, ώστε να αποφευχθούν τουρκικές απώλειες και μια άμεση σύγκρουση.
Το μήνυμα, πάντως, ήταν σαφές: το Ισραήλ δεν πρόκειται να επιτρέψει την εγκατάσταση τουρκικών στρατευμάτων και οπλικών συστημάτων σε συριακές αεροπορικές βάσεις.
Η Τουρκία επιχείρησε να διαψεύσει ότι σχεδιάζει την ανάπτυξη στρατευμάτων στη Συρία. Ωστόσο, οι διαψεύσεις αυτές συγκρούονται με προηγούμενες πληροφορίες του ίδιου του τουρκικού Τύπου, σύμφωνα με τις οποίες η βάση Τ4 θα μπορούσε να αποτελέσει κεντρικό σημείο της τουρκικής παρουσίας, ακόμη και με ανάπτυξη F-16.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η στάση των τουρκικών μέσων ενημέρωσης. Απέναντι στην Ελλάδα χρησιμοποιούν συχνά πολεμική και αλαζονική γλώσσα. Μετά τα ισραηλινά πλήγματα, όμως, οι τόνοι έπεσαν αισθητά. Η συμπεριφορά αυτή αποκαλύπτει ότι η Άγκυρα αντιλαμβάνεται πολύ καλά το κόστος μιας πραγματικής σύγκρουσης με το Ισραήλ.
Ο αμερικανικός φόβος ενός στρατιωτικού λάθους
Ο Αμερικανός απεσταλμένος Τομ Μπάρακ προειδοποίησε για τον κίνδυνο μιας λανθασμένης εκτίμησης, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει άμεση αεροπορική σύγκρουση Ισραήλ και Τουρκίας. Υποστήριξε ότι η Άγκυρα δεν γνώριζε τον προορισμό των ισραηλινών αεροσκαφών και θα μπορούσε να θεωρήσει ότι δεχόταν επίθεση.
Το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, παρουσιάζει σοβαρά κενά. Τα ισραηλινά μαχητικά δεν παραβίασαν τον τουρκικό εναέριο χώρο, ενώ η επίθεση πραγματοποιήθηκε με F-35, χωρίς, όπως φαίνεται, η τουρκική αεράμυνα να έχει σαφή εικόνα της επιχείρησης. Ακόμη και αν η Τουρκία απογείωνε μαχητικά, το ερώτημα παραμένει: με ποιο δικαίωμα θα επιχειρούσαν τουρκικά F-16 στον συριακό εναέριο χώρο;
Η Ουάσιγκτον προωθεί τη δημιουργία μηχανισμού αποτροπής συγκρούσεων, με διαρκή επικοινωνία μεταξύ Ισραήλ, Τουρκίας και Συρίας. Ένας τέτοιος δίαυλος μπορεί να αποτρέψει ένα ατύχημα. Δεν μπορεί, όμως, να λύσει το πραγματικό πρόβλημα: η Τουρκία θέλει να εγκατασταθεί στρατιωτικά στη Συρία και το Ισραήλ είναι αποφασισμένο να μην το επιτρέψει.
Εφόσον οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν παρέμβουν δραστικά προς την Άγκυρα, τα επεισόδια θα συνεχιστούν. Το Ισραήλ δύσκολα θα εγκαταλείψει μια θέση που θεωρεί ζωτικής σημασίας για την ασφάλειά του.
Γιατί η σύγκρουση αφορά Ελλάδα και Κύπρο
Η αποτροπή της μετατροπής της Συρίας σε τουρκικό προτεκτοράτο εξυπηρετεί αντικειμενικά τα συμφέροντα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εάν η Άγκυρα αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της Συρίας και ενισχύσει την επιρροή της στον Λίβανο, θα επιχειρήσει να επιβάλει συμφωνίες θαλάσσιας οριοθέτησης αντίστοιχες με το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Θα μπορούσαμε τότε να βρεθούμε αντιμέτωποι με ένα τουρκοσυριακό και, αργότερα, με ένα τουρκολιβανικό μνημόνιο. Μια τέτοια εξέλιξη θα έπληττε καίρια τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και θα δημιουργούσε ένα ακόμη πλέγμα παράνομων τουρκικών διεκδικήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο ίδιο πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η σχεδιαζόμενη υποθαλάσσια σύνδεση από την Ταρτούς της Συρίας προς τον Πεντάσχοινο της Λάρνακας. Η διαδρομή αυτή τέμνει στην πράξη τις τουρκικές διεκδικήσεις της «Γαλάζιας Πατρίδας». Κι όμως, η Τουρκία δεν αντιδρά όπως στην περίπτωση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, επειδή πίσω από το συγκεκριμένο έργο βρίσκεται η αμερικανική ισχύς.
Αυτό αποδεικνύει ότι η Τουρκία υποχωρεί όταν βρίσκεται απέναντι σε αποφασισμένη δύναμη. Απέναντι στην Ελλάδα κλιμακώνει, επειδή εκτιμά ότι δεν θα υπάρξει ουσιαστική αντίδραση.
Ανακήρυξη ΑΟΖ: Άλλο δικαίωμα, άλλο οριοθέτηση
Η τουρκική ανακήρυξη θαλάσσιων πάρκων επαναφέρει το ζήτημα της ελληνικής ΑΟΖ. Η Άγκυρα προχωρά σε μονομερείς ενέργειες επειδή πιστεύει ότι διαθέτει πλεονέκτημα κλιμάκωσης και ότι η Αθήνα δεν θα τολμήσει να απαντήσει επί του πεδίου.
Η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε νομικές ανακοινώσεις και διαβήματα. Χρειάζεται ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων και του Λιμενικού, αλλά πρωτίστως απαιτείται αυξημένη παρουσία στις περιοχές τις οποίες επιχειρεί να οικειοποιηθεί η Τουρκία.
Ιδιαίτερα προβληματικός είναι ο χαρακτηρισμός της μονομερούς ανακήρυξης ΑΟΖ ως «παράνομης». Εδώ πρέπει να διαχωρίσουμε δύο διαφορετικά πράγματα: την ανακήρυξη από την οριοθέτηση. Ένα παράκτιο κράτος μπορεί να ανακηρύξει ΑΟΖ με μονομερή νομική πράξη. Όπου υπάρχουν επικαλυπτόμενες διεκδικήσεις, ακολουθεί διαπραγμάτευση για την οριοθέτηση ή προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.
Η Κυπριακή Δημοκρατία πρώτα ανακήρυξε την ΑΟΖ της και στη συνέχεια προχώρησε σε συμφωνίες οριοθέτησης. Γιατί, λοιπόν, να θεωρείται παράνομη μια αντίστοιχη ελληνική ενέργεια; Η Ελλάδα οφείλει να ασκεί τα δικαιώματά της και όχι να αυτοπεριορίζεται υπό τον φόβο της τουρκικής αντίδρασης.
Οι Patriot στην Κάρπαθο και η ελληνική βούληση
Η εγκατάσταση ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot στην Κάρπαθο, στο πλαίσιο νατοϊκής αποστολής, αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα στον τουρκικό ισχυρισμό περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών. Η παρουσία ενός συμμαχικού αμυντικού συστήματος στο νησί ακυρώνει στην πράξη την τουρκική επιχειρηματολογία.
Γι’ αυτό και προκαλούν ερωτήματα οι πληροφορίες περί μεταφοράς της πυροβολαρχίας από την Κάρπαθο στη Σούδα. Ποιον εξυπηρετεί η απομάκρυνσή της; Υπάρχει αμερικανική πίεση, ενδεχομένως κατόπιν τουρκικού αιτήματος; Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει και να μην εγκαταλείψει ένα κεκτημένο που έχει ταυτόχρονα επιχειρησιακή και πολιτική αξία.
Το ίδιο ισχύει και για τις παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου. Εφόσον ένα αγνώστου ταυτότητας μη επανδρωμένο αεροσκάφος εισέρχεται στον εναέριο χώρο κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ, πρέπει να ενεργοποιούνται οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί. Εάν η Αθήνα δεν επιθυμεί να αναλάβει την ευθύνη με εθνική απόφαση, μπορεί τουλάχιστον να αξιοποιήσει το νατοϊκό σύστημα εγκαίρου προειδοποίησης.
Το κεντρικό πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη στρατιωτικών δυνατοτήτων. Είναι η απουσία πολιτικής βούλησης.
Ρωγμές στο κεμαλικό κράτος
Παράλληλα, στο εσωτερικό της Τουρκίας εξελίσσεται μια διαδικασία που μπορεί να αλλάξει τη φυσιογνωμία του κράτους. Η νομοθετική διευθέτηση για δεκάδες χιλιάδες Κούρδους κρατούμενους, καταδικασμένους ή διωκόμενους, σε συνδυασμό με τη συζήτηση για νέο Σύνταγμα, προκαλεί αντιδράσεις στους εθνικιστικούς και κεμαλικούς κύκλους.
Για τους επικριτές του Ερντογάν, η αναγνώριση της κουρδικής ταυτότητας, η δυνατότητα κουρδικής εκπαίδευσης, η χρήση δύο γλωσσών και μια μορφή ενισχυμένης τοπικής αυτοδιοίκησης σηματοδοτούν το τέλος του μονολιθικού κράτους που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ.
Δεν είναι βέβαιο ότι η Τουρκία οδηγείται σε διαμελισμό. Είναι, όμως, σαφές ότι το κεμαλικό μοντέλο του ενός έθνους, της μίας γλώσσας και της άρνησης των διαφορετικών εθνικών ταυτοτήτων έχει ήδη υποστεί σοβαρές ρωγμές. Ο Ερντογάν φαίνεται να επιδιώκει την ίδρυση ενός νέου καθεστώτος με τον ίδιο ως ιστορικό ιδρυτή του.
Το τελικό συμπέρασμα
Η αντιπαράθεση Ισραήλ–Τουρκίας στη Συρία θα έχει συνέχεια. Το Ισραήλ δεν πρόκειται να επιτρέψει στην Τουρκία να καλύψει το κενό του Ιράν και να εγκαταστήσει στρατιωτική υποδομή δίπλα στα σύνορά του. Η Άγκυρα, από την πλευρά της, δεν εγκαταλείπει εύκολα τη φιλοδοξία να ελέγξει τη Συρία και να μετατραπεί στην κυρίαρχη δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ευκαιρίες, αλλά και σοβαρούς κινδύνους. Το βασικό δίδαγμα είναι ξεκάθαρο: η Τουρκία προχωρά εκεί όπου συναντά κενό ισχύος και σταματά εκεί όπου βρίσκεται αντιμέτωπη με αποφασιστικότητα.
Η υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε ανακοινώσεις, νομικά επιχειρήματα και εκκλήσεις προς τους συμμάχους. Χρειάζεται στρατηγική, συμμαχίες, παρουσία στο πεδίο και, πάνω απ’ όλα, πολιτική βούληση.

Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα.
Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές.
Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.
