Σοβαρή προειδοποίηση για τη διείσδυση κινεζικών τηλεπικοινωνιακών εταιρειών στις κρίσιμες υποδομές της Τουρκίας απευθύνουν ο Σινάν Τζιντί και ο Τάιλερ Στάπλετον.

Επιμέλεια: Χρήστος Κωνσταντινίδης

Οι δύο αναλυτές υποστηρίζουν σε άρθρο τους στο «RealClearWorld, ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αξιοποιεί την τεχνολογική συνεργασία με το Πεκίνο, προκειμένου να ενισχύσει τον έλεγχο του τουρκικού διαδικτύου, να περιορίσει περαιτέρω την πολιτική αντιπολίτευση και να δημιουργήσει έναν ολοκληρωμένο μηχανισμό ψηφιακής παρακολούθησης.

Το άρθρο, με τίτλο «Η Κίνα βοηθά τον Ερντογάν να οικοδομήσει ένα κράτος παρακολούθησης», δεν περιορίζει το πρόβλημα στο εσωτερικό της Τουρκίας. Οι συγγραφείς θεωρούν ότι η κινεζική παρουσία δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια του ΝΑΤΟ, την προστασία δυτικών τεχνολογιών και τα ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας. 

Η κινεζική διείσδυση στις τηλεπικοινωνίες

Σύμφωνα με τους Τζιντί και Στάπλετον, οι κινεζικοί τηλεπικοινωνιακοί κολοσσοί ZTE και Huawei έχουν μετατραπεί σε σταθερούς παράγοντες του ψηφιακού οικοσυστήματος της Τουρκίας.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Netaş, μία από τις σημαντικότερες τουρκικές εταιρείες τηλεπικοινωνιακών συστημάτων, στην οποία η ZTE αποτελεί τον μεγαλύτερο μέτοχο, έχοντας αποκτήσει ποσοστό περίπου 48%. Παράλληλα, κινεζικός εξοπλισμός και τεχνογνωσία έχουν διεισδύσει στα δίκτυα των μεγαλύτερων παρόχων της χώρας, όπως η Turkcell, η Türk Telekom και η Vodafone Turkey.

Οι αρθρογράφοι υποστηρίζουν ότι το Πεκίνο δεν περιορίζεται στην πώληση τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού, αλλά επιχειρεί να αποκτήσει στρατηγική επιρροή πάνω στις υποδομές από τις οποίες διέρχεται μεγάλο μέρος των δεδομένων της Τουρκίας.

Η Κίνα αποτελεί, άλλωστε, τη μεγαλύτερη πηγή εισαγωγών για την τουρκική αγορά, καλύπτοντας σχεδόν το 14% του συνολικού όγκου. Σημαντικό τμήμα αυτών των εισαγωγών αφορά ηλεκτρονικά προϊόντα, τηλεπικοινωνιακό υλικό και συστήματα ψηφιακής τεχνολογίας.

Για τους Τζιντί και Στάπλετον, η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί μία απλή εμπορική σχέση. Συνιστά σταδιακή παραχώρηση ελέγχου σε έναν κρίσιμο τομέα εθνικής ασφάλειας.

Ταυτότητα για τα κοινωνικά δίκτυα και περιορισμός των VPN

Η αύξηση της κινεζικής παρουσίας συμπίπτει χρονικά με την προσπάθεια της κυβέρνησης Ερντογάν να διευρύνει τις δυνατότητες κρατικού ελέγχου στο διαδίκτυο.

Οι δύο αναλυτές αναφέρονται στις νομοθετικές προτάσεις που έχουν παρουσιαστεί στην Τουρκία για σύνδεση των λογαριασμών στα κοινωνικά δίκτυα με τον αριθμό της εθνικής ταυτότητας των χρηστών. Παράλληλα, η Άγκυρα εξετάζει αυστηρότερο έλεγχο των υπηρεσιών VPN, τις οποίες χρησιμοποιούν οι πολίτες για να παρακάμπτουν κυβερνητικούς αποκλεισμούς και να προστατεύουν την ανωνυμία τους.

Το υπό διαμόρφωση πλαίσιο θα μπορούσε, σύμφωνα με το άρθρο, να επιτρέψει στις τουρκικές αρχές να ταυτοποιούν ευκολότερα τους διαχειριστές λογαριασμών, να αποκλείουν συγκεκριμένους χρήστες λόγω πολιτικών αναρτήσεων και να διακόπτουν συνολικά την πρόσβαση σε ιστοσελίδες και πλατφόρμες.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει μεγάλο μέρος των ρυθμίσεων ως μέτρα προστασίας των ανηλίκων και καταπολέμησης των ψεύτικων λογαριασμών. Η αντιπολίτευση και οργανώσεις ψηφιακών δικαιωμάτων φοβούνται, όμως, ότι οι ίδιες υποδομές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κατάργηση της ανωνυμίας και τη γενικευμένη παρακολούθηση της πολιτικής έκφρασης.

Η Τουρκία διαθέτει ήδη ένα από τα αυστηρότερα καθεστώτα διαδικτυακού ελέγχου. Έχουν προηγηθεί περιορισμοί πρόσβασης σε πλατφόρμες, επιβράδυνση του διαδικτύου σε περιόδους πολιτικής έντασης και νομοθετικές απαιτήσεις για αφαίρεση περιεχομένου. Το 2025 σημειώθηκε ακόμη ένας γενικευμένος αποκλεισμός μεγάλων πλατφορμών, την ώρα που αυξήθηκε κατακόρυφα η χρήση VPN από τους πολίτες.

Το ιστορικό των Huawei και ZTE

Οι συγγραφείς υπενθυμίζουν ότι οι Huawei και ZTE έχουν βρεθεί στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών και περιοριστικών μέτρων από τις Ηνωμένες Πολιτείες και ευρωπαϊκές χώρες, εξαιτίας ανησυχιών για κατασκοπεία, ασφάλεια δεδομένων και δεσμούς με το κινεζικό κράτος.

Όπως σημειώνουν, οι δύο εταιρείες έχουν συνδεθεί με το τεχνολογικό σύστημα εσωτερικού ελέγχου που εφαρμόζει το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας. Η ZTE έχει επίσης κατηγορηθεί ότι εξήγαγε τεχνολογίες λογοκρισίας και παρακολούθησης σε αυταρχικά καθεστώτα, μεταξύ άλλων στο Ιράν και στην Κούβα, ενώ είχε εμπλακεί και σε παραβιάσεις των κυρώσεων κατά της Βόρειας Κορέας.

Κατά τους Τζιντί και Στάπλετον, η εγκατάσταση κινεζικών συστημάτων στον πυρήνα των τουρκικών τηλεπικοινωνιών, σε συνδυασμό με τις νέες εξουσίες που επιδιώκει να αποκτήσει η κυβέρνηση, μπορεί να επιταχύνει την αυταρχική διολίσθηση της Τουρκίας.

Ο πολιτικός χρόνος του Ερντογάν

Οι δύο αναλυτές συνδέουν την ενίσχυση των μηχανισμών παρακολούθησης με την προσπάθεια του Ερντογάν να παραμείνει στην εξουσία μετά την ολοκλήρωση της σημερινής προεδρικής θητείας του.

Με βάση το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο, ο Τούρκος πρόεδρος δεν μπορεί να είναι ξανά υποψήφιος υπό τις σημερινές συνθήκες. Οι συζητήσεις στην Άγκυρα επικεντρώνονται σε δύο πιθανούς δρόμους.

Ο πρώτος είναι η αναθεώρηση του άρθρου 101 του Συντάγματος, ώστε να αλλάξει ο περιορισμός των δύο προεδρικών θητειών. Ο δεύτερος είναι η προκήρυξη πρόωρων εκλογών με απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, μία διαδικασία που θα μπορούσε να επιτρέψει στον Ερντογάν να διεκδικήσει εκ νέου την προεδρία.

Και οι δύο επιλογές απαιτούν αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, την οποία η κυβερνητική συμμαχία δεν διαθέτει από μόνη της. Ο Ερντογάν θα χρειαστεί, επομένως, τη στήριξη βουλευτών άλλων κομμάτων ή μία ευρύτερη πολιτική συμφωνία.

Οι Τζιντί και Στάπλετον εκτιμούν ότι ο Τούρκος πρόεδρος θα επιχειρήσει να προσδώσει θεσμική και νόμιμη εμφάνιση στην παραμονή του στην εξουσία. Υποστηρίζουν, όμως, ότι ανεξάρτητα από τον μηχανισμό που θα επιλεγεί, το αποτέλεσμα θα είναι η περαιτέρω παγίωση ενός προσωποκεντρικού συστήματος, στο οποίο τα μέσα ενημέρωσης, η Δικαιοσύνη και πλέον οι τηλεπικοινωνίες θα βρίσκονται υπό τον έλεγχο της προεδρίας.

Κίνδυνος για την τουρκική αμυντική βιομηχανία

Το άρθρο προειδοποιεί ότι οι επιπτώσεις της κινεζικής διείσδυσης δεν σταματούν στην παρακολούθηση των Τούρκων πολιτών. Επεκτείνονται στην αμυντική βιομηχανία και στα ευαίσθητα δεδομένα των τουρκικών εταιρειών.

Η Άγκυρα επιδιώκει να αυξήσει τις εξαγωγές οπλικών συστημάτων προς χώρες όπως το Αζερμπαϊτζάν, η Μαλαισία, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Οι επιχειρήσεις που αναπτύσσουν drones, πυραυλικά συστήματα, ηλεκτρονικά και στρατιωτικό λογισμικό χρησιμοποιούν, αναπόφευκτα, τις εθνικές τηλεπικοινωνιακές υποδομές.

Εάν οι κινεζικές εταιρείες έχουν βαθιά πρόσβαση σε αυτά τα δίκτυα, δημιουργείται ο κίνδυνος συλλογής δεδομένων όχι μόνο για εκατομμύρια πολίτες, αλλά και για στελέχη, προμηθευτές και μηχανικούς της αμυντικής βιομηχανίας.

Οι αρθρογράφοι αναφέρονται, μάλιστα, σε καταγγελίες ότι η Κίνα έχει χρησιμοποιήσει τεχνικά χαρακτηριστικά τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών για την ανάπτυξη δικών της συστημάτων. Με βάση αυτή την εκτίμηση, θεωρούν εύλογο το ενδεχόμενο το Πεκίνο να έχει ήδη αποκτήσει πρόσβαση και σε άλλα ευαίσθητα τεχνολογικά δεδομένα.

Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην προσπάθεια της Τουρκίας να αποκτήσει πρόσβαση στο ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE – Security Action for Europe, συνολικού ύψους 150 δισ. ευρώ.

Το πρόγραμμα προορίζεται για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής παραγωγής και τις κοινές προμήθειες στρατιωτικού εξοπλισμού. Η Άγκυρα προσδοκά ότι μέρος των κεφαλαίων θα διοχετευθεί σε τουρκικές εταιρείες, οι οποίες διαθέτουν σημαντική παραγωγική δυνατότητα στους τομείς των drones, των τεθωρακισμένων, των πυρομαχικών και των ηλεκτρονικών συστημάτων.

Οι Τζιντί και Στάπλετον καλούν την Ευρωπαϊκή Ένωση να μην επιτρέψει τη διοχέτευση χρηματοδότησης προς την Τουρκία, έως ότου η Άγκυρα αποδείξει ότι μπορεί να περιορίσει την κινεζική επιρροή στις κρίσιμες υποδομές της.

Το επιχείρημά τους είναι σαφές: ευρωπαϊκά κεφάλαια και τεχνολογία δεν μπορούν να επενδύονται σε ένα περιβάλλον όπου κινεζικές εταιρείες ενδέχεται να διαθέτουν πρόσβαση στα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα των αμυντικών κατασκευαστών.

Προειδοποίηση προς Ουάσινγκτον και Βρυξέλλες

Οι δύο αναλυτές καταλήγουν ότι ο Ερντογάν προσεγγίζει την Κίνα για δύο αλληλένδετους λόγους: για να παρατείνει την πολιτική κυριαρχία του και για να περιορίσει τον χώρο δράσης της αντιπολίτευσης.

Πρόκειται, όπως αναφέρουν, για μία εξαιρετικά επικίνδυνη συμφωνία για χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ. Η Συμμαχία βασίζεται στην ανταλλαγή απόρρητων πληροφοριών, στην προστασία κοινών τεχνολογιών και στην εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών-μελών. Η εγκατάσταση κινεζικών συστημάτων στον πυρήνα των τηλεπικοινωνιών μιας συμμαχικής χώρας υπονομεύει αυτή τη σχέση.

«Οι κινεζικές υποδομές λογοκρισίας δεν έχουν θέση μέσα σε μία συμμαχία που οικοδομήθηκε πάνω στην αρχή των ανοικτών κοινωνιών και της προστασίας κοινών μυστικών», είναι το βασικό μήνυμα του άρθρου.

Οι Τζιντί και Στάπλετον ζητούν από την Ουάσινγκτον και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να καταστήσουν σαφές προς την Άγκυρα ότι η συνέχιση της αμυντικής και τεχνολογικής συνεργασίας δεν μπορεί να συνυπάρχει με μία ολοένα βαθύτερη εξάρτηση από το κινεζικό μοντέλο παρακολούθησης.

Ο Τάιλερ Στάπλετον είναι ανώτερος διευθυντής σχέσεων με το Κογκρέσο στο FDD Action. Ο Σινάν Τζιντί είναι ανώτερος ερευνητής και διευθυντής του Προγράμματος Τουρκίας στο Foundation for Defense of Democracies.

Πηγή: Read More | https://geopolitico.gr

Share.

Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα. Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές. Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.

Leave A Reply

Exit mobile version