
Το ακόλουθο άρθρο προέρχεται από τον ιστότοπο www.vimaorthodoxias.gr:
Προς το ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ – Υπό του Γέροντος Μαξίμου Ιβηρίτου
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΙΒΗΡΙΤΗΣ – {Σήθ, ο τριτότοκος υιός του Αδάμ και της Εύας, ο κληρονόμος της θεϊκής υποσχέσεως και των πνευματικών πρωτοτοκίων}.
Ο Σήθ ήτο βιβλικός Πατριάρχης πρίν από τον Κατακλυσμόν, τρίτος υιός του Αδάμ και της Εύας και αδελφός του Κάϊν και του Άβελ, πρόγονος του Νώε.
Συμφώνως με το πρώτον βιβλίον ολοκλήρου της Αγίας Γραφής και το πρώτον της Μωϋσαϊκής Πεντατεύχου, την Γένεσιν (ε΄3-8), ο Αδάμ μετά τον Κάϊν και τον Άβελ εγέννησε και τρίτον υιόν εις την ηλικίαν των διακοσίων τριάκοντα ετών (230) της ζωής του, ομοιάζοντα περισσότερον εις αυτόν κατά τα σωματικά και ψυχικά χαρίσματα και ιδιώματα· όμως υιόν αμαρτωλόν, θνητόν, όπως είχε γίνει και ο ίδιος μετά την πτώσιν· υιόν, όστις θα ηδύνατο διά της αρετής του να αποκαταστήση το έγκλημα του πρωτοτόκου αδελφού του, του Κάϊν. Εις τούτον εδόθη το όνομα Σήθ, όπερ Ελληνιστί σημαίνει αντικατάστασις [= ήτοι, αντικατάστασις του δευτεροτόκου υιού των Πρωτοπλάστων, του Άβελ, τον οποίον εφόνευσεν εκ ζηλοφθονίας ο πρωτότοκος υιός αυτών Κάϊν].
Όθεν, ο Σήθ έλαβε το όνομα τούτο επειδή η Εύα επίστευεν, ότι ο Θεός της έδωκεν έτερον σπέρμα αντί του Άβελ και αντικατέστησεν αυτόν ως ο αρχηγόν της καλής γενεάς του Θεού μετά την δολοφονίαν του υπό του Κάϊν.
Η Γραφή μας πληροφορεί, ότι αι ημέραι του Αδάμ, τας οποίας έζησε μετά την γέννησιν του Σήθ, έφθασαν εις επτακόσια έτη (700), και κατά τα έτη αυτά εγέννησε και άλλους υιούς και θυγατέρας. Τοιουτοτρόπως, όλαι αι ημέραι του Αδάμ, τας οποίας έζησεν, έφθασαν συνολικώς τα εννιακόσια τριάκοντα έτη (930), και έπειτα απέθανεν.
Ο δε Σήθ εις την ηλικίαν των διακοσίων πέντε ετών (205) εγέννησε τον Ενώς. Μετά δε την γέννησιν του Ενώς έζησεν επτακόσια επτά έτη (707), και κατά τα έτη αυτά εγέννησε και ούτος και άλλους υιούς και θυγατέρας. Τοιουτοτρόπως, όλαι αι ημέραι του Σήθ, τας οποίας έζησεν, έφθασαν συνολικώς τα εννιακόσια δώδεκα έτη (912), και έπειτα απέθανεν.
Οι απόγονοι του Σήθ ηκολούθησαν αρχικώς ιδίαν πορείαν, επιθυμούντες την επουράνιον Πατρίδα, έναντι του πρωτοτόκου φονέως Κάϊν και του Λάμεχ επίσης [= πέμπτου εις την γενεαλογικήν σειράν], όστις προσέθεσε και την πολυγαμίαν.
Αλλά δυστυχώς και «οι υιοί του Θεού», δηλαδή οι απόγονοι της ευσεβούς γενεάς του Σήθ από τον Ενώς, ότε είδον ότι «αι θυγατέρες των ανθρώπων» εκ της διεφθαρμένης γεγεάς του Κάϊν ήσαν ωραίαι, παρεσύρθησαν από το κάλλος αυτών και τας ενυμφεύθησαν (Γέν. στ΄ 2). Εις την προκειμένην περίπτωσιν, «οι υιοί του Θεού» δεν ήσαν Άγγελοι, αλλ’ ήσαν ευσεβείς απόγονοι του Σήθ, ενώ «αι θυγατέρες των ανθρώπων» ήσαν γυναίκες εκ της γενεάς του Κάϊν κατά την Σηθιτικήν ερμηνείαν.
Εκ του γεγονότος τούτου ελυπήθη ο απειροτέλειος Θεός και ώρισε να μη παραμείνη πλέον εις τους ανθρώπους αυτούς το πνεύμα, η χάρις και η αγαθή προνοητική δύναμίς του, διότι εκυριεύθησαν από τα πάθη και εγένοντο δούλοι της σαρκός.
Αλλά δεν τους ετιμώρησεν αμέσως, διότι επεθύμει την σωτηρίαν αυτών· εμίκρυνεν όμως τα έτη της ζωής των, και τα ώρισεν εις την ηλικίαν των εκατόν είκοσιν ετών (120): «έσονται δε αι ημέραι αυτών εκατόν είκοσιν έτη» (Γέν. στ΄3), διά να κατέλθουν τελικώς εις τα εβδομήκοντα έτη (70) κατά τον Προφητάνακτα Δαβίδ, γεννηθέντα το 1085 π.Χ. και λέγοντα εις το Ψαλτήριον αυτού: «αι ημέραι των ετών ημών εν αυτοίς εβδομήκοντα έτη, εάν δε εν δυναστείαις, ογδοήκοντα έτη, και το πλείον αυτών κόπος και πόνος· ότι επήλθε πραότης εφ’ ημάς και παιδευθησόμεθα» (Ψαλ. πθ΄ 10).
Η Γραφή τονίζει ιδιαιτέρως, ότι κατ’ εκείνας τας ημέρας έζων επί της γης οι γίγαντες, άνθρωποι με μέγα παράστημα και τεραστίαν δύναμιν. Επειδή όμως ούτε ο φόβος της ποινής, ούτε ο χρόνος της θείας μακροθυμίας απεμάκρυναν τους απογόνους του Σήθ από την αμαρτίαν, διά τούτο οι απόγονοι του Σήθ μεμεθυσμένοι από την σαρκικήν επιθυμίαν, συνευρίσκοντο με τας θυγατέρας των απογόνων του Κάϊν και απέκτων τέκνα, τα δε τέκνα εκείνα ήσαν οι παλαιοί γίγαντες, οι ισχυροί κατά το σώμα, οι άνθρωποι οι ονομαστοί (Γέν. στ΄ 4).
Αποτέλεσμα της αποστασίας ταύτης ήτο ο επί Νώε επικείμενος Κατακλυσμός, προκειμένου να αποκοπή το κακόν και να μη προχωρήση περισσότερον η πτώσις των ανθρώπων.
Η γενεά του Σήθ εσώθη βεβαίως από τον Κατακλυσμόν μέσω του Νώε, και συνέχισε κατόπιν την αύξησιν του ανθρωπίνου γένους. Ο ίδιος μάλιστα αναφέρεται εις την γενεαλογικήν σειράν από του Αδάμ μέχρι του Νώε, ως ο δεύτερος μετά από τον Αδάμ, με τον οποίον συνεχίζεται το γενεαλογικόν δένδρον μέχρι του Ιησού Χριστού.
Εις το ψευδεπίγραφον βιβλίον των Ιωβηλαίων αναφέρεται, ότι το όνομα της συζύγου του ήτο Αζούρα. Η Ορθόδοξος εκκλησία τιμά τον Σήθ ως Άγιον και εορτάζει την μνήμην του κατά την Κυριακήν των Προπατόρων η απλώς την Κυριακήν των Αγίων Προπατόρων του Ιησού Χριστού [= Κυριακήν πρό της Χριστού Γεννήσεως].
Εις το Συναξάριον της ημέρας αναγινώσκεται τρίτος κατά σειράν, μετά την Μνήμην των Πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας και του Δικαίου Άβελ υιού Αδάμ:
«Μνήμη του Δικαίου Σήθ υιού του Αδάμ./Σήθ σπέρμα καινόν τοις γονεύσιν αντ’ Άβελ,/ Άνθρωπος ών δίκαιος οίος ην Άβελ». Και έπεται του τετάρτου κατά σειράν:
«Μνήμη του δικαίου Ενώς Υιού Σήθ».
Η εικονογραφική παράστασις και τοιχογραφία του Δικαίου Σήθ απαντάται σπανίως. Εντοπίζεται κυρίως εις το εικονογραφικόν πρόγραμμα της «Ῥίζης Ιεσσαί» ως Προπάτωρ του Χριστού. Εις την Βυζαντινήν παράδοσιν απαντάται κυρίως εις τας παλαιοτέρας τοιχογραφίας, αίτινες κοσμούν τον τρούλλον του Καθολικού η την Λιτήν. Εικονίζεται σεβάσμιος, γηραιός ανήρ με λευκήν γενειάδα, κατατασσόμενος μεταξύ των Προπατόρων της Παλαιάς Διαθήκης. Επί το γενικώτερον, ιστορείται ως μέρος ευρυτέρων γενεαλογικών κύκλων των Αγίων Προπατόρων του Χριστού.
Εις το Άγιον Όρος η σπανιωτάτη απεικόνισις του Δικαίου Σήθ απαντάται κυρίως εις τον περίφημον τοιχογραφικόν διάκοσμον του Πρωτάτου Καρυών [= 14ος αι., χείρ Μανουήλ Πανσελήνου]· εις το Παρεκκλήσιον της Παναγίας Κουκουζελίσσης της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας [= έτ. 1719, χείρ Δαμασκηνού]· εις την Λιτήν του Καθολικού της Ιεράς Μονής Γρηγορίου [= έτ. 1779, χείρ Γαβριήλ Ιερομονάχου και Γρηγορίου εκ Καστορίας]· και εις τον κυρίως Ιερόν Ναόν (Καθολικόν) της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος [= επιζωγράφησις έτ. 1854, χείρ Ματθαίου Ιωάννου, ένθα παρίσταται ολόσωμος και μετωπικός εις γεροντικήν ηλικίαν με μακριά λευκά μαλλία και λευκήν γενειάδα, φέρων κυανογάλαζον χιτώνα και ιμάτιον ανοικτού ερυθρού χρώματος, το οποίον βαστάζει με την δεξιάν αυτού χείρα].
Μεταξύ των τέκνων του Αδάμ και της Εύας εξελέγη, λοιπόν, υπό του Θεού ο θαυμάσιος Σήθ, διά τούτο και ο Ευαγγελιστής Λουκάς, γενεαλογών εις αυτόν, αναφέρει άπαν το γένος εκ του οποίου προήλθεν ο κόσμος.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, εις σχετικήν ομιλίαν του περί της κατά σάρκα γενεαλογίας του Ιησού Χριστού και της Αειπαρθένου Θεοτόκου, λέγει ότι από τον Σήθ ήρχισεν η γεαλογία, διότι εκείνος επεδείκνυε τον εαυτόν του έμψυχον ουρανόν με την ευκοσμίαν των ηθών, την ευταξίαν των αισθήσεων και την ευπρέπειαν των αρετών και δι’ αυτό επέτυχεν εκλογήν, εκ της οποίας έμελλε να βλαστήση η Αειπάρθενος Θεοτόκος, το θεοπρεπές εκείνο όχημα του υπερουρανίου Θεού, και να ανακαλέση τους ανθρώπους εις αθάνατον υιοθεσίαν.
Οι Άγιοι Πατέρες τονίζουν, ότι το θεμέλιον της θρησκείας είναι η σχέσις του ανθρώπου με τον Θεόν, διά τούτο και η μελέτη της Πεντατεύχου είναι απαραίτητος διά την κατανόησιν όλης θείας αποκαλύψεως, ήτις περιέχεται εις την Αγίαν Γραφήν. Η Γένεσις, το πρώτον βιβλίον του θεοπνεύστου κανόνος της Αγίας Γραφής, ήτις αρχίζει με θεοπρεπή και λεπτομερή εξιστόρησιν της δημιουργίας του κόσμου υπό του Θεού, είναι ο θαυμάσιος πρόλογος του Νόμου της Παλαιάς Διαθήκης.
Ό, τι είναι τα τέσσαρα Ευαγγέλια διά την Καινήν Διαθήκην, το ίδιον είναι τα πέντε βιβλία [= η Πεντάτευχος], διά την Παλαιάν Διαθήκην. Ολόκληρος δε η Παλαιά Διαθήκη είναι προεισαγωγή εις την Ευαγγελικήν αποκάλυψιν.
Η Γένεσις, την οποίαν οι Εβραίοι ονομάζουν εκ της πρώτης λέξεως αυτής «Μπερεσίθ» [= εν αρχή], ωνομάσθη υπό των Χριστιανών «Γένεσις», διότι ιστορεί την γένεσιν του κόσμου και των πρώτων λαών της γής.
Ειδικώτερον, το όνομα της βίβλου ταύτης ελήφθη από τον δ΄(τέταρτον) στίχον του β΄ (δευτέρου) κεφαλαίου αυτής, εις τον οποίον αναγράφεται: «αύτη η βίβλος γενέσεως ουρανού και γής, ότε εγένετο· η ημέρα εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γήν». Είναι δε το αρχαιότερον συστηματικόν βιβλίον, διότι ασχολείται με θεμελιώδη γεγονότα, τα οποία παραθέτει κατά ιστορικήν αλληλουχίαν, βάσει σχεδίου, με προφανή ενότητα.
Η Γένεσις λοιπόν και τα τέσσαρα άλλα εν συνεχεία βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης [= Γένεσις, Έξοδος, Λευϊτικόν, Αριθμοί και Δευτερονόμιον] αποτελούν την Πεντάτευχον η άλλως λεγομένην «Νόμον». Ταύτην συνέγραψε περί το 1500 π.Χ. ο Μωϋσής, πλήν ολίγων τελευταίων του δευτερονομίου, των αναφερομένων εις τον θάνατόν του, τους οποίους κατά πάσαν πιθανότητα έγραψεν ο Ιησούς του Ναυή.
§ Εις το α΄(πρώτον) κεφάλαιον της Γενέσεως έχομεν: 1) γενικήν επιτομήν της δημιουργίας του κόσμου εκ του μηδενός (στίχ. 1-2)· και 2) λεπτομερή εξιστόρησιν κατά σειράν και τάξιν της εξαημέρου δημιουργίας, ήτοι:
* Πρώτη ημέρα· η δημιουργία του φωτός (στίχ. 3-5).
* Δευτέρα ημέρα· η δημιουργία της ατμοσφαίρας [= ήτοι του στερεώματος, το οποίον χωρίζει τον ουρανόν από την γήν](στίχ. 6-8).
* Τρίτη ημέρα· η δημιουργία της θαλάσσης, της ξηράς και της βλαστήσεως επί της γης [= ήτοι ο χωρισμός της θαλάσσης και της ξηράς· η γη βλαστάνει και καρποφορεί](στίχ. 9-13).
* Τετάρτη ημέρα· η εμφάνισις του ηλίου, της σελήνης και των αστέρων (στίχ. 14-19).
* Πέμπτη ημέρα· η δημιουργία των ιχθύων και των πτηνών (στίχ. 20-23).
* Έκτη ημέρα· η δημιουργία των χερσαίων ζώων (στίχ. 24-25) και η δημιουργία του ανθρώπου (στίχ. 26-28), καθώς και προμήθεια τροφής εις τον άνθρωπον και τα ζώα (στίχ. 29-30). Την ιδίαν ημέραν έχομεν επίσης την επιθεώρησιν, την έγκρισιν και την επιδοκιμασίαν του Θεού διά το όλον έργον της εξαημέρου δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου [= ο Θεός επιθεωρεί και εγκρίνει το όλον έργον της δημιουργίας](στίχ. 31).
🗸 Ότε δε συνετελέσθησαν ο ουρανός και η γη και πάς ο κόσμος αυτών, κατέπαυσεν ο Θεός τη ημέρα τη Εβδόμη από πάντων των έργων αυτού, ών εποίησεν από του μη όντος εις το είναι κατά τας προηγουμένας έξ ημέρας (β΄1-3).
§ Εις το β΄ (δεύτερον) κεφάλαιον της Γενέσεως γίνεται συμπλήρωσις της ιστορίας της δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου. Εις τούτο όμως εκτίθεται με περισσοτέρας λεπτομερείας η δημιουργία του ανθρώπου ως κορωνίδος της δημιουργίας.
Ο θεόπνευστος συγγραφεύς εις τους στίχους 4-25 παραθέτει μίαν δευτέραν διήγησιν περί του κόσμου και του ανθρώπου. Αλλ’ ενώ η σειρά την οποίαν ακολουθεί κατά την διήγησιν του πρώτου κεφαλαίου είναι «χρονική», η σειρά του δευτέρου κεφαλαίου είναι «τιμητική». Ενώ δηλαδή εις το πρώτον κεφάλαιον προηγείται η δημιουργία των φυτών και των δένδρων, εις το δεύτερον φαίνεται ότι προηγείται η δημιουργία του ανθρώπου και κατόπιν εκείνη των φυτών (στίχ. 9). και τούτο, διά να υπογραμμίση την τιμήν και την αξίαν του ανθρώπου έναντι των άλλων κτισμάτων.
§ Εις το γ΄(τρίτον) κεφάλαιον της Γενέσεως περιγράφεται με τρόπον απλούν και λιτόν, αλλά ζωηρόν και πολύ παραστατικόν η πτώσις, η μεγάλη αύτη συμφορά του ανθρώπου, και αι φοβεραί συνέπειαι αυτής. Κατακλείεται όμως το κεφάλαιον τούτο από το «πρωτευαγγέλιον»τής σωτηρίας μας.
§ Εις το δ΄(τέταρτον) κεφάλαιον της Γενέσεως έχομεν ως εις σμικρογραφίαν του κόσμου και την Εκκλησίαν εις μίαν οικογένειαν, την οικογένειαν του Αδάμ. Αύτη είναι το πρότυπον του χαρακτήρος και της καταστάσεως του κόσμου και της Εκκλησίας όλων των εποχών, μέχρι της συντελείας των αιώνων. Όπως ο είς άνθρωπος, ο Αδάμ, ήτο εκπρόσωπος όλου του ανθρωπίνου γένους, ούτω και οι Κάϊν και Άβελ ήσαν επρόσωποι των αμαρτωλών και θεοσεβών ανθρώπων όλων των ανθρωπίνων γενεών.
§ Εις το ε΄(πέμπτον) κεφάλαιον της Γενέσεως, με τον ονομαστικόν κατάλογον των απογόνων του Αδάμ, φαίνεται να μη παρουσιάζεται ιδιαίτερον ενδιαφέρον, καθότι δίδεται η εντύπωσις ξηράς απαριθμήσεως των Πατριαρχών, οίτινες έζησαν πρίν από τον Κατακλυσμόν, καθώς και η διάρκεια των ετών της ζωής αυτών και των απογόνων των. Εν τούτοις, εις όλα ταύτα κρύπτεται πολύτιμος θησαυρός και πλούτος θείων νοημάτων.
Η «βίβλος γενέσεως ανθρώπων» (στίχ. 1) έχει χαρακτήρα καθαρώς θρησκευτικόν και ηθικόν και ουχί αυστηρώς χρονολογικόν. Η προϊστορία αύτη έχει σκοπόν να απαριθμήση τους προγόνους του Σωτήρος Χριστού (Ματθ. α΄ 1-17) και να τονίση την ενότητα του ανθρωπίνου γένους.
Η Γένεσις δεν ασχολείται εις το κεφάλαιον τούτο με τους απογόνους του αδελφοκτόνου Κάϊν, αλλά μόνον με τους απογόνους του Σήθ, όστις εγεννήθη εις αντικατάστασιν του Άβελ. Πρωτότοκος υιός του Αδάμ δεν ήτο ο Σήθ, αλλ ο Κάϊν· και εξ αυτού έπρεπε να αρχίση κανονικώς η γενεαλογία. Ο Κάϊν όμως απεδείχθη φονεύς. Ούτε από τον Άβελ έπρεπε να αρχίση «η βίβλος γενέσεως ανθρώπων», διότι ο φονευθείς Άβελ απέθανεν άτεκνος. Διά τούτο πρωτότοκος υιός και φορεύς των Μεσσιανικών ελπίδων κατέστη πλέον ο Σήθ. Αυτός είναι λοιπόν και ο λόγος, διά τον οποίον αναφέρεται ο χρόνος γεννήσεως του Σήθ.
Ο Αδάμ μετά την πτώσιν δεν γεννά απογόνους «κατ’ εικόνα Θεού», αλλά κατά την ιδικήν του «εικόνα», η οποία έχει αμαυρωθή και αχρειωθή από την αμαρτίαν. Διά τούτο η Αγία Γραφή τονίζει, ότι ο Αδάμ εγέννησε τον Σήθ «κατά την ιδέαν αυτού και κατά την εικόνα αυτού» (στίχ. 3). Έκτοτε άπαντες οι απόγονοι του ενός ανθρώπου, του Αδάμ, ερχόμεθα εις τον κόσμον με την ενοχήν του προπατορικού αμαρτήματος.
Οι δέκα Πατριάρχαι, οι οποίοι έζησαν πρίν από τον Κατακλυσμόν, ήσαν πολύ μακρόβιοι. Ο Αδάμ έζησε 930 έτη· ο Σήθ 912· ο Ενώς 905· ο Καϊνάν 910· ο Μαλελεήλ 895· ο Ιάρεδ 962· ο Ενώχ 365· ο Μαθουσάλα, ο μακροβιώτερος όλων, έζησεν 969· ο Λάμεχ 753· και ο Νώε 950.
Εν τούτοις, η Αγία Γραφή δι’ όλους, εκτός του Ενώχ [= του εβδόμου από Αδάμ], όστις εξηρέθη του κανόνος και μετετέθη εις τους ουρανούς δίχως να γνωρίση θάνατον διότι ευηρέστησε το Θεόν με την ενάρετον ζωήν του, προσθέτει: «καί απέθανε». Τούτο φανεροί, ότι ο άνθρωπος ηδύνατο να ζήση επί αιώνας [= εννέα η οκτώ η επτά], ηδύνατο να φθάση σχεδόν χίλια έτη, όπως ο Μαθουσάλα, ηδύνατο να γεννήση «υιούς» και «θυγατέρας», αλλ’ έπερεπε τελικώς να αποθάνη, διότι μετά την πτώσιν ουδείς δύναται να αποφύγη τον θάνατον, όσα έτη και αν ζήση, ό,τι και αν κάμη.
Θαυμαστόν είναι και το γεγονός, ότι ο δημιουργός Θεός έλαβε σοφήν πρόνοιαν, ώστε όλοι οι πρό του Κατακλυσμού Πατριάρχαι, εκτός του Νώε, να γεννηθούν πρίν αποθάνη ο πρωτόπλαστος άνθρωπος, ο Αδάμ. Τοιουτοτρόπως ελάμβανον όλοι εξ αυτού ζωντανήν, πλήρη και λεπτομερή εξιστόρησιν του πως εγένετο η δημιουργία, πως ήτο ο Παράδεισος, πως ημάρτησαν ο Αδάμ και η Εύα, τι συνέβη μετά την πτώσιν, ποίας υποσχέσεις τους έδωκεν ο Θεός και ποίας οδηγίας διά το πως πρέπει να τον λατρεύουν.
§ Εις το στ΄(έκτον) κεφάλαιον της Γενέσεως γίνεται αναφορά εις τον Κατακλυσμόν. Πρόκειται διά το πλέον χαρακτηριστικόν γεγονός, το οποίον έλαβε χώραν εις τον αρχαίον προκατακλυσμιαίον κόσμον, όστις επαρουσίαζε τότε ομόφωνον, αθεράπευτον και καθολικήν ῥοπήν προς την κακίαν.
Ο Κατακλυσμός, συμφώνως με τους Μασοριτικούς Αριθμούς, εγένετο το έτος 1656 από κτίσεως του ανθρώπου η το έτος 3852 π.Χ., ότε απέθανεν ο Μαθουσάλα (πρβλ. Θ.Η.Ε., περί Μαθουσάλα).
Οι ῥηθέντες Μασοριτικοί Αριθμοί αποτελούν συστήματα αριθμήσεως και οργανώσεως της Παλαιάς Διαθήκης, βασιζόμενα εις το αυθεντικόν Εβραϊκόν κείμενον, το οποίον διεσώθη υπό των λεγομένων Μασοριτών, ήτοι ομάδων Ιουδαίων λογίων και γραμματέων [= του 6ου έως του 10ου αιώνος μ.Χ. ]μέ κύρια κέντρα την Βαβυλώνα και την Τιβεριάδα της Παλαιστίνης.
Κατά την χρονολογίαν δε της Ανατολικής Εκκλησίας, η ακατάληπτος και ανερμήνευτος Γέννησις του Ιησού Χριστού συνέβη το έτος 5508 από κτίσεως κόσμου επί Αυγούστου καίσαρος, βασιλεύοντος της Ιουδαίας Ηρώδου του μεγάλου. Μάλιστα η ΣΤ΄( Έκτη) Οικουμενική Σύνοδος, συγκληθείσα το έτος 680 μ.Χ., ώρισε την κτίσιν του κόσμου κατά την 1ην Σεπτεμβρίου του έτους 5508 π.Χ.
§ Εις το ζ΄(έβδομον) κεφάλαιον της Γενέσεως περιγράφεται και εδώ η καταστροφή του παλαιού κόσμου και η σωτηρία του δικαίου Νώε και της οικογενείας του. Η Αγία Γραφή αναφέρει ῥητώς ότι ο Κατακλυσμός εγένετο κατά το 600όν έτος της ζωής του Νώε (Γέν. ζ΄, 11). Οι στίχοι 4,10,19, 23 αφήνουν να εννοηθή, ότι ο Κατακλυσμός ήτο παγκόσμιος, αλλ’ οι περισσότεροι ερμηνευταί, βάσει νεωτέρων αρχαιολογικών ανασκαφών, κλίνουν εις την άποψιν ότι ήτο τοπικός. Εστρέφετο μόνον κατά των απογόνων του Κάϊν και του Σήθ, διότι αυτήν την ανθρωπότητα είχεν υπ’ όψιν ο ιερός συγγραφεύς εις τα κεφάλαια 4-9 της Γενέσεως.
§ Εις το η΄(όγδοον) κεφάλαιον της Γενέσεως διαφαίνεται, ότι ο πάνσοφος σκοπός του Θεού επετεύχθη. Ο μεμολυσμένος από την αμαρτίαν κόσμος υπέστη την απαραίτητον κάθαρσιν, διά να γίνη η κατοικία του ανθρώπου κάτω από την νέαν οικονομίαν της θείας Προνοίας.
§ Εις το θ΄(ένατον) κεφάλαιον της Γενέσεως η διήγησις περιστρέφεται εις τον περιορισμόν του κόσμου μετά τον Κατακλυσμόν, και τούτο εις μίαν μόνον οικογένειαν, την οικογένειαν του Νώε, και την διαγωγήν αυτής.
§ Εις το ι΄(δέκατον) κεφάλαιον της Γενέσεως ιστορείται λεπτομερέστερον ό,τι έχει σχέσιν με τους τρείς υιούς του Νώε [= τους Σήμ, Χάμ και Ιάφεθ].
§ Εις τα επόμενα κεφάλαια της Γενέσεως ιστορείται η μετά ταύτα πορεία του ανθρωπίνου Γένους και αι σχέσεις του με τον Θεόν. Το τελευταίον ν΄(πεντηκοστόν) κεφάλαιον της Γενέσεως αποτελεί τον επίλογον της ιστορίας του Ιακώβ και του Ιωσήφ.
Είθε η σύντομος αύτη προπατορική μνεία να εύρη απήχησιν μεταξύ του ευσεβούς λαού μας, όστις αγαπά την Αγίαν Γραφήν.
[4. Ιουλ. 2026].
Το άρθρο Ο Γέρων Μάξιμος Ιβηρίτης στο ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Κοσμογονία δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο www.vimaorthodoxias.gr από τον Newsroom. Η πλειοψηφία των κειμένων αποτελεί πρωτογενές περιεχόμενο ή φέρει επιμέλεια από τη συντακτική ομάδα. © Όλα τα δικαιώματα διατηρούνται.
Διαβάστε Περισσότερα στην ΠΗΓΗ:Read More | www.vimaorthodoxias.gr
Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα.
Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές.
Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.

