Στο σκοτεινό υπόβαθρο του Παντουρκισμού και της κατασκευασμένης ιστορικής συγγένειας αναφέρεται ο Ισραηλινός αναλυτής Σάι Γκαλ, σε άρθρο του στο “Βήμα“, φωτίζοντας ιδιαίτερα τη σχέση ανάμεσα στη φυλετική μυθολογία, την κρατική βία και τη Γενοκτονία των χριστιανικών λαών της Ανατολής.
Ο Γκαλ υποστηρίζει ότι ο Παντουρκισμός δεν ήταν απλώς μια υπερβολική ανάγνωση της ιστορίας, αλλά «επιλεκτική μνήμη οπλισμένη πολιτικά». Κατά την ανάλυσή του, πήρε μια πραγματική γλωσσική οικογένεια, την έντυσε με αυτοκρατορικούς χάρτες, πρόσθεσε έναν μύθο κοινής καταγωγής και μετέτρεψε την ταυτότητα σε εργαλείο πολιτικής κυριαρχίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στο διάστημα των αρχών του 20ού αιώνα, όταν ο Παντουρκισμός πέρασε από το πεδίο της ιδεολογίας στην κρατική πράξη. Όπως σημειώνει, από το 1913 έως το 1918 η οθωμανική κυβέρνηση προωθούσε επίσημα την παντουρκική προπαγάνδα, ενώ η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου μετέτρεψε τη συγκεντρωτική εξουσία, τον εκτουρκισμό, τη δημογραφική μηχανική και την πολεμική παράνοια σε οργανωμένη κρατική βία.
Σύμφωνα με τον Γκαλ, η Γενοκτονία των Αρμενίων δεν υπήρξε «χάος πολέμου», αλλά στοχευμένη εξάλειψη της αρμενικής παρουσίας για να διασφαλιστεί η μουσουλμανική τουρκική κυριαρχία στην κεντρική και ανατολική Ανατολία. Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνει ότι οι Αρμένιοι δεν ήταν οι μόνοι που βρέθηκαν στο στόχαστρο.
Από το 1914 έως το 1923, γράφει, η οθωμανική εκστρατεία κατά των χριστιανικών μειονοτήτων κατέστρεψε Ασσυρίους, Ποντίους και Έλληνες της Ανατολίας. Για τον Ποντιακό Ελληνισμό, ο Ισραηλινός αναλυτής αναφέρει ρητά ότι η Γενοκτονία των Ποντίων στοίχισε τη ζωή σε 353.000 ανθρώπους.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η ευρύτερη ελληνική παρουσία στην Ανατολία, την Ανατολική Θράκη, την Ιωνία, την Καππαδοκία και τον Πόντο διαλύθηκε μέσω δολοφονιών, ταγμάτων εργασίας, πορειών θανάτου, εκτοπίσεων και πολιτισμικής καταστροφής.
Το κρίσιμο σημείο της ανάλυσής του είναι ότι η βία δεν ήταν τυχαία. Είχε πολλές αιτίες —πόλεμο, κρατική κατάρρευση, φόβο έναντι της Ρωσίας, αρπαγή περιουσιών, εκδίκηση, θρησκευτική ιεράρχηση και εθνικιστική κρατική οικοδόμηση— όμως ο Παντουρανισμός, όπως γράφει, «έδωσε στη βία έναν χάρτη».
Με άλλα λόγια, ο δρόμος από την Ανατολία προς την Κεντρική Ασία, στο φαντασιακό των παντουρκιστών, παρουσιαζόταν ως ιστορικό πεπρωμένο. Οι χριστιανικοί λαοί που ζούσαν σε αυτές τις περιοχές επί αιώνες εμφανίστηκαν ως «εμπόδιο» στον χάρτη της τουρκικής ενοποίησης. Και αυτό το «εμπόδιο», κατά την ανάλυση του Γκαλ, απομακρύνθηκε με σφαγές, εκτοπίσεις, εξισλαμισμούς, αρπαγές και αφανισμό.
Ο Ισραηλινός αναλυτής αποδομεί και τη σύγχρονη ρητορική περί «τουρκικής συγγένειας» λαών της Ευρασίας, επιμένοντας ότι η γλωσσική ή γεωγραφική εγγύτητα δεν δημιουργεί φυλετική ταυτότητα. Η τουρκική ταυτότητα της Ανατολίας, σημειώνει, είναι ιστορικά πραγματική, αλλά δεν αποτελεί βιολογική συνέχεια μιας «καθαρής» φυλής της στέπας. Είναι προϊόν πολυεπίπεδης εθνογένεσης, εξισλαμισμών, γλωσσικών μετατοπίσεων, επιμειξιών, στρατιωτικής ισχύος και κρατικής επιβολής.
Η ανάγνωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τον Ποντιακό Ελληνισμό, διότι συνδέει τη Γενοκτονία όχι μόνο με τις συνθήκες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και με ένα βαθύτερο ιδεολογικό σχέδιο αναδιαμόρφωσης της Ανατολής. Ο Πόντος, η Ιωνία, η Καππαδοκία και η Ανατολική Θράκη δεν ήταν απλώς περιοχές σύγκρουσης. Ήταν ιστορικές κοιτίδες ελληνικής παρουσίας που βρέθηκαν στο στόχαστρο μιας πολιτικής ομογενοποίησης.
Ο Γκαλ καταλήγει ότι ο Παντουρανισμός δεν είναι επιστήμη, ούτε θάρρος, ούτε πεπρωμένο. Είναι «μυθολογία αίματος και χάρτη». Και απέναντι σε αυτή τη μυθολογία, η ιστορική αλήθεια για τη Γενοκτονία των Ποντίων, των Ελλήνων της Ανατολής, των Αρμενίων και των Ασσυρίων παραμένει πράξη μνήμης, δικαιοσύνης και αντίστασης στη λήθη.