
Ένα βαθιά πολιτικό και ιστορικό ερώτημα θέτει ο Ταμέρ Τσιλινγκίρ σε άρθρο του στο Rasti: Γιατί οι Κούρδοι πρέπει να γνωρίζουν την ιστορία του Πόντου; Ο Πόντιος αγωνιστής και συγγραφέας δεν επιχειρεί να εξισώσει τις δύο ιστορικές εμπειρίες. Αντίθετα, καλεί Κούρδους, Ποντίους, Αρμενίους και άλλους λαούς της Ανατολής να αναζητήσουν ο ένας την ιστορία του άλλου πέρα από τα φίλτρα της επίσημης τουρκικής ιστοριογραφίας.
Με μία απλή αλλά καίρια ερώτηση αρχίζει την παρέμβασή του ο Ταμέρ Τσιλινγκίρ: Θα συμβούλευε κανείς έναν Κούρδο να μάθει την ιστορία του αποκλειστικά μέσα από τα βιβλία του τουρκικού κράτους;
Να μάθει για το Κότσγκιρι μόνο μέσα από τα κρατικά αρχεία; Για το Ντερσίμ μόνο από τις επίσημες εκθέσεις; Για το Άγρι μόνο από τις εκδόσεις του Γενικού Επιτελείου;
Η απάντηση, κατά τον ίδιο, είναι προφανής.
Και αμέσως ακολουθεί το ερώτημα που βρίσκεται στην καρδιά ολόκληρου του άρθρου:
«Γιατί γνωρίζετε τον Πόντο όπως σας τον αφηγήθηκε η Τουρκική Δημοκρατία;»
Από έναν ολόκληρο λαό σε ένα «Ποντιακό Ζήτημα»
Ο Τσιλινγκίρ υποστηρίζει ότι η επίσημη τουρκική ιστοριογραφία συμπύκνωσε την πολυαιώνια παρουσία του Ελληνισμού του Πόντου σε ορισμένους πολιτικά φορτισμένους όρους: «Ποντισμός», «Ποντιακή εξέγερση», «ρωμέικες συμμορίες», «βλέψεις της Ελλάδας», «υποκίνηση από ξένες δυνάμεις».
Πίσω από αυτή τη γλώσσα, υποστηρίζει, εξαφανίζονται οι πραγματικοί άνθρωποι.
Τα χωριά, τα σχολεία, οι εκκλησίες και τα μοναστήρια. Οι έμποροι, οι ψαράδες, οι μεταλλωρύχοι και οι δάσκαλοι. Οι γυναίκες και τα παιδιά.
Μία ολόκληρη κοινωνία μετατρέπεται έτσι από ανθρώπινη πραγματικότητα σε ένα «ζήτημα» που καλείται να αντιμετωπίσει το κράτος.
Και ακριβώς σε αυτό το σημείο ο Τσιλινγκίρ εντοπίζει μία ομοιότητα με τον τρόπο που το ίδιο κράτος αντιμετώπισε διαφορετικούς λαούς:
«Υπάρχει το “Κουρδικό ζήτημα”. Υπάρχει το “Αρμενικό ζήτημα”. Υπάρχει το “Ποντιακό ζήτημα”».
Για τον συγγραφέα, η ορολογία αυτή δεν είναι ουδέτερη. Όταν ο λαός μετατρέπεται σε «ζήτημα», παύει να αντιμετωπίζεται ως κοινωνία ανθρώπων με μνήμη, πολιτισμό και δικαιώματα και μετατρέπεται σε πρόβλημα ασφαλείας.
«Οι ιστορίες μας δεν είναι ίδιες»
Ο Τσιλινγκίρ, ωστόσο, βάζει μία σημαντική διαχωριστική γραμμή.
Δεν εξισώνει την ιστορία των Ποντίων με εκείνη των Κούρδων.
Αντιθέτως, απορρίπτει ρητά έναν τέτοιο συμψηφισμό.
Οι περίοδοι είναι διαφορετικές, οι ιστορικές συνθήκες διαφορετικές, οι πολιτικοί δρώντες και τα αποτελέσματα διαφορετικά. Όπως γράφει, δεν έχει ούτε ιστορικό ούτε ηθικό νόημα να μετατρέπονται τα δεινά διαφορετικών λαών σε έναν ανταγωνισμό θυμάτων.
Αυτό που προτείνει να συγκριθεί είναι κάτι διαφορετικό:
η γλώσσα του κράτους.
Ο Ρωμιός χωρικός μπορεί να μετατραπεί σε «συμμορίτη». Ο Κούρδος χωρικός σε «ληστή». Πίσω από τα αιτήματα του ενός εμφανίζεται η Ελλάδα, πίσω από τα αιτήματα του άλλου κάποια ξένη δύναμη.
«Εξέγερση», «συμμορία», «προδοσία», «αποσχιστισμός», «ξένοι υποκινητές».
Οι λέξεις αλλάζουν ελάχιστα. Οι πληθυσμοί στους οποίους αποδίδονται αλλάζουν.
Και, σύμφωνα με τον Τσιλινγκίρ, όταν ένας λαός επιχειρεί να μιλήσει ο ίδιος για τον εαυτό του, η επίσημη αφήγηση αναζητά κάποιον εξωτερικό παράγοντα που υποτίθεται ότι βρίσκεται πίσω του.
Γιατί ένας Κούρδος πρέπει να γνωρίζει την Αμάσεια του 1921
Ιδιαίτερο βάρος δίνει ο Τσιλινγκίρ στις Δίκες της Αμάσειας του 1921.
Υπενθυμίζει ότι κληρικοί, πολιτικοί, εκπαιδευτικοί, δημοσιογράφοι και έμποροι της ποντιακής κοινωνίας βρέθηκαν στο στόχαστρο των Δικαστηρίων Ανεξαρτησίας και πολλοί οδηγήθηκαν στην εκτέλεση.
Για τον ίδιο, όμως, το κρίσιμο ζήτημα δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό των ανθρώπων που εκτελέστηκαν.
Βρίσκεται στην ιδιότητά τους.
Ήταν άνθρωποι που μπορούσαν να μεταφέρουν τη συλλογική μνήμη: δάσκαλοι, συγγραφείς, κληρικοί, πολιτικοί, έμποροι και τοπικοί ηγέτες.
Και εδώ διατυπώνει μία από τις πιο σκληρές φράσεις του άρθρου:
«Αν θέλεις να διαλύσεις μια κοινωνία, δεν χρειάζεται να εξαφανίσεις μόνο τα σώματα. Εξαφανίζεις και τους φορείς της μνήμης της».
Ο Τσιλινγκίρ θεωρεί ότι ένας Κούρδος που γνωρίζει το Ντερσίμ, το Κότσγκιρι, τις φυλακές του Ντιγιαρμπακίρ, τις εκκενώσεις χωριών και τις ανεξιχνίαστες δολοφονίες μπορεί να κατανοήσει τι σημαίνει η εξάλειψη των ανθρώπων που διατηρούν και μεταδίδουν τη μνήμη μιας κοινότητας.
Επαναλαμβάνει όμως ότι δεν μιλά για ταυτόσημα ιστορικά γεγονότα. Θέτει ένα κοινό ερώτημα:
Γιατί ένα κράτος φοβάται τους ανθρώπους ενός λαού που μπορούν να αφηγηθούν τη δική του ιστορία;
«Ύστερα σωπαίνει η γεωγραφία»
Το άρθρο αποκτά στη συνέχεια έντονα προσωπικό χαρακτήρα.
Ο Τσιλινγκίρ επιστρέφει στον τόπο καταγωγής του, τα Λιβερά της Ματσούκας στην Τραπεζούντα.
Τα βουνά και τα ποτάμια, γράφει, παραμένουν. Αυτό που αλλάζει είναι η μνήμη που επιτρέπεται να φέρει ο τόπος.
Ένα χωριό μπορεί να αποκτήσει άλλο όνομα. Μία εκκλησία να καταστραφεί. Ένα μοναστήρι να εγκαταλειφθεί. Μία γλώσσα να εξαφανιστεί από τη δημόσια ζωή.
Κι όμως, η μνήμη μπορεί να επιβιώσει σε ένα φαγητό, σε μια μελωδία, σε ένα μοιρολόι, σε έναν χορό, στην πέτρα ενός παλιού σπιτιού ή σε μία λέξη που εξακολουθεί να χρησιμοποιεί μια ηλικιωμένη γυναίκα.
Και εδώ ο Τσιλινγκίρ προχωρά πέρα από την ιστορία όσων σκοτώθηκαν ή εκτοπίστηκαν.
Μιλά για εκείνους που έμειναν πίσω.
Για ανθρώπους που άλλαξαν θρησκεία, έκρυψαν την ταυτότητά τους, άλλαξαν το όνομά τους ή δεν μίλησαν ποτέ στα παιδιά τους για την πραγματική ιστορία της οικογένειας.
Για οικογένειες που έζησαν με μία προειδοποίηση:
«Αυτό μην το πεις έξω».
Η Ανταλλαγή και η απώλεια της πατρίδας
Ξεχωριστή θέση στο άρθρο έχει και η υποχρεωτική Ανταλλαγή των Πληθυσμών του 1923.
Ο Τσιλινγκίρ δεν την αντιμετωπίζει μόνο ως διεθνή συμφωνία και μετακίνηση πληθυσμών. Την εξετάζει από την πλευρά της ανθρώπινης εμπειρίας.
Ο τάφος του παππού, το σπίτι, τα δέντρα που φύτεψε μία οικογένεια, το βουνό, το ποτάμι, ο δρόμος προς τα παρχάρια μένουν πίσω.
Και άνθρωποι που επί γενιές θεωρούσαν έναν τόπο πατρίδα τους μαθαίνουν ότι πλέον ανήκουν σε μία άλλη χώρα.
Αυτή, κατά τον συγγραφέα, είναι η τεράστια απόσταση ανάμεσα στον ψυχρό όρο «ανταλλαγή πληθυσμών» και στην πραγματική απώλεια της πατρίδας.
Το ερώτημα που δεν διδάχθηκε ποτέ
Ο Τσιλινγκίρ θεωρεί ότι η επίσημη ιστοριογραφία δεν περιορίστηκε στην απόκρυψη ή στην επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων.
Δίδαξε και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να τίθενται τα ερωτήματα.
Όλοι, σημειώνει, γνωρίζουν τον Μουσταφά Κεμάλ που αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα το 1919.
Αλλά πόσοι αναρωτήθηκαν ποιοι άνθρωποι ζούσαν τότε στη Σαμψούντα;
Γνωρίζουν τις «ποντιακές συμμορίες». Αλλά τι είχε προηγηθεί στα χωριά των ανθρώπων που ανέβηκαν στα βουνά;
Γνωρίζουν την Ανταλλαγή. Αλλά ποιο χωριό έβλεπαν στα όνειρά τους εκείνοι που ξεριζώθηκαν και εγκαταστάθηκαν σε μια άλλη χώρα;
Για τον Τσιλινγκίρ, λοιπόν, η πραγματική αναμέτρηση με την επίσημη ιστορία δεν αρχίζει μόνο όταν αμφισβητούνται οι απαντήσεις του κράτους.
Αρχίζει όταν κάποιος αντιλαμβάνεται ποια ερωτήματα δεν του επέτρεψαν ποτέ να κάνει.
«Ένας Κούρδος πρέπει να ακούσει την ιστορία του Πόντου από έναν Πόντιο»
Το άρθρο καταλήγει σε μία πρόταση για το πώς μπορούν οι λαοί της περιοχής να ξαναδιαβάσουν το κοινό αλλά και διαφορετικό παρελθόν τους.
Ο Τσιλινγκίρ χαρακτηρίζει μεγάλη τραγωδία το γεγονός ότι οι λαοί που ζουν στην Τουρκία έμαθαν ο ένας τον άλλον μέσα από το κράτος.
Ο Τούρκος έμαθε τον Κούρδο από το κράτος. Ο Κούρδος τον Αρμένιο από το κράτος. Ο Μουσουλμάνος τον Ρωμιό από το κράτος.
Η πρότασή του είναι να αντιστραφεί αυτή η διαδικασία:
Ο Κούρδος να ακούσει την ιστορία του Πόντου από τον Πόντιο. Ο Πόντιος την ιστορία των Κούρδων από τους ίδιους τους Κούρδους. Ο Αρμένιος να αφηγηθεί τη δική του ιστορία και ο Ασσύριος τη δική του.
Και κατόπιν, όλοι μαζί να ανοίξουν τα αρχεία, να εξετάσουν τα έγγραφα, να συζητήσουν και ακόμη και να συγκρουστούν στις ερμηνείες τους.
Όχι, όμως, να γνωρίζουν πλέον ο ένας τον άλλον αποκλειστικά μέσα από τη «μετάφραση» του κράτους.
«Γι’ αυτό οι Κούρδοι πρέπει να γνωρίζουν τον Πόντο»
Το μήνυμα του άρθρου συμπυκνώνεται στις τελευταίες του γραμμές.
Οι Κούρδοι, σύμφωνα με τον Τσιλινγκίρ, δεν χρειάζεται να μάθουν την ιστορία του Πόντου για να «συμπαθήσουν» τους Ποντίους ή για να υιοθετήσουν μία συγκεκριμένη πολιτική θέση.
Πρέπει να τη γνωρίσουν για να μπορούν να διαβάσουν καλύτερα τη δική τους ιστορία.
Και αντιστρόφως, οι Πόντιοι να γνωρίσουν την κουρδική εμπειρία.
Ο ήχος των γλωσσών, των τραγουδιών και της κεμεντζέ που κάποτε ακούγονταν στα βουνά του Πόντου μπορεί σήμερα, όπως γράφει, να φτάνει αδύναμος. Δεν έχει όμως σιγήσει.
Και όταν ένας Κούρδος ακούσει αυτή τη φωνή, ίσως αναγνωρίσει μέσα της κάποιες από τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν για να φιμώσουν τη δική του ιστορία.
Το άρθρο του Ταμέρ Τσιλινγκίρ δεν ζητά την κατασκευή μιας ενιαίας ιστορίας Ποντίων και Κούρδων. Αντιθέτως, επιμένει στις διαφορετικές εμπειρίες τους και ζητά κοινό έλεγχο των πηγών και αμοιβαία ακρόαση.
Γιατί, όπως καταλήγει, η γνώση της ιστορίας του άλλου δεν αφορά μόνο το παρελθόν.
Αφορά και την προσπάθεια των λαών να αποδεσμευτούν από την ιστορία που έμαθαν έτοιμη από το κράτος και να αρχίσουν να αναζητούν, ο καθένας με τη δική του φωνή, όσα χάθηκαν μέσα στη σιωπή της γεωγραφίας.
The post Ταμέρ Τσιλινγκίρ: «Γιατί οι Κούρδοι πρέπει να γνωρίζουν τον Πόντο» – Η κοινή γλώσσα της κρατικής καταστολής first appeared on PontosVoice – H δική σου ΚΑΘΑΡΗ Ποντιακή φωνή.
Πηγή: Read More

Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα.
Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές.
Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.
