
Η 28η Οκτωβρίου 1940 βρήκε την Ελλάδα να προσπαθεί ακόμη να επουλώσει τις πληγές της Μικρασιατικής Καταστροφής. Εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία είχαν εγκατασταθεί στη χώρα, αναζητώντας μια νέα αρχή έπειτα από χρόνια διωγμών, απωλειών και ξεριζωμού.
Η ενσωμάτωσή τους στην ελληνική κοινωνία δεν υπήρξε πάντοτε εύκολη. Οι οικονομικές δυσκολίες, οι κοινωνικές προκαταλήψεις και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις είχαν δημιουργήσει αποστάσεις ανάμεσα στους γηγενείς και τους πρόσφυγες.
Όταν όμως η φασιστική Ιταλία επιτέθηκε στην Ελλάδα, οι άνθρωποι αυτοί κλήθηκαν να υπερασπιστούν την ίδια πατρίδα.
Οι Πόντιοι, έχοντας ήδη βιώσει τις τραγικές συνέπειες του πολέμου και της βίαιης εκδίωξης από τις πατρογονικές τους εστίες, βρέθηκαν ξανά αντιμέτωποι με τη δοκιμασία των όπλων. Αυτή τη φορά, στα βουνά της Ηπείρου και της Βόρειας Ηπείρου, πολέμησαν μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες στρατιώτες.
Μαρτυρίες Ποντίων με καταγωγή από την Άτρα περιγράφουν ότι ο πόλεμος συνέβαλε στην άμβλυνση των διαχωρισμών ανάμεσα στους πρόσφυγες και τους γηγενείς. Η κοινή πολεμική προσπάθεια δημιούργησε δεσμούς που ξεπερνούσαν τις διαφορές της προηγούμενης περιόδου.
Οι Πόντιοι μαχητές του 65ου Συντάγματος
Μία από τις χαρακτηριστικότερες μαρτυρίες για τη συμμετοχή των Ποντίων στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο αποδίδεται στον αντισυνταγματάρχη Βακάλη, διοικητή του 65ου Συντάγματος Πεζικού το 1940.
Στη μονάδα του υπηρετούσαν πολυάριθμοι έφεδροι ποντιακής καταγωγής, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί μετά τον ξεριζωμό στην περιοχή των Γιαννιτσών.
Ο αξιωματικός αναφέρεται στο υψηλό ηθικό, στην αντοχή και στην επιμονή αυτών των στρατιωτών, ακόμη και κάτω από τις δυσκολότερες συνθήκες της εκστρατείας.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η αναφορά του στις στιγμές ανάπαυσης κατά τη διάρκεια των εξαντλητικών πορειών. Οι Πόντιοι στρατιώτες, σύμφωνα με τη μαρτυρία, έβρισκαν τη δύναμη να στήνουν χορό υπό τους ήχους της ποντιακής λύρας.
Η μουσική και ο χορός, στοιχεία που είχαν μεταφέρει από τις χαμένες πατρίδες τους, εξακολουθούσαν να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ζωής τους, ακόμη και μέσα στον πόλεμο.
Στην ίδια μαρτυρία περιγράφεται η συμμετοχή τους στη μάχη της Μόροβας και στην προέλαση προς την Κορυτσά.
Σύμφωνα με όσα αποδίδονται στον αντισυνταγματάρχη Βακάλη, οι Πόντιοι μαχητές επέδειξαν ιδιαίτερη γενναιότητα, ενώ γίνεται λόγος για τη σύλληψη 100 αιχμαλώτων και την κατάληψη δέκα πεδινών πυροβόλων.
Ο ίδιος τους χαρακτηρίζει ψύχραιμους, ηρωικούς και γεμάτους αυταπάρνηση, καρτερία και ανιδιοτελή πατριωτισμό.
Η μαρτυρία αυτή διασώζει την εικόνα ανθρώπων που, παρότι είχαν χάσει τις ιδιαίτερες πατρίδες τους, δεν δίστασαν να αγωνιστούν για την ελευθερία της Ελλάδας.
Αγραπιδιά Φλώρινας: Όταν οι πρόσφυγες άνοιξαν τα σπίτια τους στους στρατιώτες
Μια δεύτερη μαρτυρία, διαφορετική ως προς το περιεχόμενο αλλά εξίσου συγκινητική, προέρχεται από τον καθηγητή και λαογράφο Δημήτρη Λουκάτο.
Αφορά την επιστροφή του από το Αλβανικό Μέτωπο και τη φιλοξενία που συνάντησε στην Αγραπιδιά Φλώρινας, ένα χωριό όπου κατοικούσαν Πόντιοι πρόσφυγες.
Οι στρατιώτες, εξαντλημένοι από την πολεμική περιπέτεια και τις κακουχίες, βρήκαν εκεί μια υποδοχή που έμεινε βαθιά χαραγμένη στη μνήμη του.
Οι γυναίκες του χωριού κατέβηκαν στους δρόμους κρατώντας ψωμί και τρόφιμα για να προσφέρουν στους περαστικούς στρατιώτες. Οι ηλικιωμένοι τους υποδέχθηκαν με καλοσύνη, ενώ οι οικογένειες άνοιξαν τα σπίτια τους για να τους προσφέρουν φαγητό, ξεκούραση και περιποίηση.
Ο Λουκάτος αντιπαραβάλλει αυτή την εμπειρία με περιστατικά αδιαφορίας ή εκμετάλλευσης που είχαν συναντήσει οι στρατιώτες κατά τη διαδρομή τους.
Η συμπεριφορά των προσφύγων τον συγκλόνισε ιδιαίτερα.
Στη μαρτυρία του περιγράφει ανθρώπους που προσφέρονταν να πλύνουν τα πόδια των στρατιωτών, να τους φροντίσουν και να μοιραστούν μαζί τους όσα λιγοστά αγαθά διέθεταν.
Η φράση που αποδίδει στους πρόσφυγες συμπυκνώνει το νόημα εκείνης της υποδοχής:
«Ο πόνος σας είναι δικός μας πόνος».
Δεν ήταν απλώς μια πράξη φιλοξενίας. Ήταν η εκδήλωση αλληλεγγύης από ανθρώπους που γνώριζαν πολύ καλά τι σημαίνουν πόλεμος, απώλεια, πείνα και αναγκαστική εγκατάλειψη της πατρίδας.
Η συγκλονιστική αυτοκριτική του Δημήτρη Λουκάτου
Η εμπειρία της Αγραπιδιάς οδήγησε τον Δημήτρη Λουκάτο σε έναν ευρύτερο προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο είχε αντιμετωπίσει η ελληνική κοινωνία τους πρόσφυγες μετά το 1922.
Ο καθηγητής αναγνωρίζει τις προκαταλήψεις, την περιφρόνηση και τις προσβολές που είχαν υποστεί οι ξεριζωμένοι Έλληνες κατά τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους.
Θυμάται τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό «Τουρκόσποροι», τις πολιτικές αντιπαλότητες και την απουσία της στοργής που θα έπρεπε να είχε συνοδεύσει την υποδοχή τους.
Μέσα από την εμπειρία του πολέμου, ωστόσο, αναδεικνύει και τη μεγάλη προσφορά των προσφύγων στη νεότερη Ελλάδα.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν έφεραν μόνο τις αναμνήσεις και τα τραύματα των χαμένων πατρίδων. Μετέφεραν γνώσεις, επαγγελματικές δεξιότητες, έθιμα, λαϊκές τέχνες, μουσική και έναν ολόκληρο πολιτισμό που εμπλούτισε την ελληνική κοινωνία.
Πάνω απ’ όλα, σύμφωνα με τον Λουκάτο, έφεραν την ανθρωπιά και τη βαθιά αίσθηση της φιλοξενίας τους.
Η μαρτυρία του αποκτά ιδιαίτερη αξία επειδή δεν περιορίζεται στον έπαινο των προσφύγων. Αποτελεί ταυτόχρονα μια ειλικρινή αυτοκριτική για τις αδικίες που αντιμετώπισαν από τους συμπατριώτες τους.
Από τις αλησμόνητες πατρίδες στο Έπος της Πίνδου
Η συμμετοχή των Ποντίων στον πόλεμο του 1940 αποτελεί μια σημαντική πτυχή της νεότερης ιστορίας του Ποντιακού Ελληνισμού.
Μια γενιά που είχε μεγαλώσει μέσα στους διωγμούς, στη Γενοκτονία και στον ξεριζωμό βρέθηκε, λιγότερο από δύο δεκαετίες αργότερα, να υπερασπίζεται την ελευθερία της Ελλάδας.
Οι άνθρωποι αυτοί είχαν δημιουργήσει νέες οικογένειες και κοινότητες, είχαν καλλιεργήσει τη γη, είχαν ξαναχτίσει τη ζωή τους και προσπαθούσαν να κρατήσουν ζωντανές τις παραδόσεις των προγόνων τους.
Όταν ήρθε η ώρα του πολέμου, πολλοί φόρεσαν τη στρατιωτική στολή και βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή. Άλλοι, όπως οι κάτοικοι της Αγραπιδιάς, προσέφεραν ό,τι μπορούσαν στους στρατιώτες που είχαν ανάγκη.
Οι δύο μαρτυρίες φωτίζουν διαφορετικές πλευρές της ίδιας ιστορίας: τη γενναιότητα στο πεδίο της μάχης και την αλληλεγγύη στα μετόπισθεν.
Η ποντιακή λύρα που ακουγόταν στους σταθμούς της στρατιωτικής πορείας, το ψωμί που πρόσφεραν οι γυναίκες της Αγραπιδιάς και η συγκίνηση του Δημήτρη Λουκάτου αποτελούν μικρά, αλλά πολύτιμα στιγμιότυπα μιας μεγάλης ιστορικής περιόδου.
Πίσω από αυτά βρίσκονται οι προσωπικές ιστορίες χιλιάδων ανθρώπων, πολλοί από τους οποίους δεν άφησαν γραπτές μαρτυρίες.
Η διατήρηση αυτών των αφηγήσεων αποτελεί χρέος απέναντι στη γενιά που γνώρισε δύο φορές τη δοκιμασία του πολέμου: πρώτα στις πατρογονικές εστίες του Πόντου και έπειτα στα βουνά της Αλβανίας.
Γιατί το Έπος του 1940 δεν γράφτηκε μόνο με τις μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις νίκες. Γράφτηκε και με τις ιστορίες των απλών ανθρώπων που πολέμησαν, πρόσφεραν, θυσιάστηκαν και στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον.
Βασισμένο σε κείμενο της εκπαιδευτικού και συγγραφέα Μαρίας Προκοπίδου, με αναφορές στις μαρτυρίες του αντισυνταγματάρχη Βακάλη και του καθηγητή Δημήτρη Λουκάτου.
The post Οι Πόντιοι στο Έπος του 1940: Από τον ξεριζωμό στα βουνά της Πίνδου – Μαρτυρίες ηρωισμού και ανθρωπιάς first appeared on PontosVoice – H δική σου ΚΑΘΑΡΗ Ποντιακή φωνή.
Πηγή: Read More

Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα.
Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές.
Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.
