
Μια φοβερή, ξεκαρδιστική, παιδική, πασχαλινή ανάμνηση διηγείται ο Δημήτρης Ψαθάς στις σελίδες του βιβλίου «Γη του Πόντου». Σε αυτές, ο χρονογράφος, δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας δεν διασώζει μόνο μνήμες μιας χαμένης πατρίδας, αλλά ολόκληρο το ήθος, το χρώμα και τον παλμό της ζωής των Ελλήνων του Πόντου πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών. Και ίσως πουθενά αυτό δεν φαίνεται πιο καθαρά απ’ ό,τι στις μέρες του Πάσχα, όταν η πίστη, το έθιμο, η παιδική ανυπομονησία και η κοινοτική ζωή γίνονταν ένα.
Το απόσπασμα που ακολουθεί μας μεταφέρει στην Τραπεζούντα των τελευταίων χρόνων του εκεί Ελληνισμού, σε μια εποχή όπου η προετοιμασία για το βράδυ της Ανάστασης δεν ήταν μια τυπική διαδικασία, αλλά ολόκληρη ιεροτελεστία. Μέσα από το βλέμμα του παιδιού, ο Ψαθάς ζωντανεύει έναν κόσμο όπου το σχολείο, η εκκλησία, η γειτονιά, οι παρέες και τα πασχαλινά έθιμα πλέκονται μεταξύ τους με τρόπο αξεδιάλυτο.
Με χιούμορ, νοσταλγία και εκείνη τη μοναδική αφηγηματική του ζωντάνια, ο συγγραφέας μας βάζει στην ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας στην Τραπεζούντα, εκεί όπου η Ανάσταση δεν νοούνταν χωρίς το γενικό ξεσήκωμα, τις προετοιμασίες των παιδιών, τη μυρωδιά του μπαρουτιού και το πανηγυρικό ξέσπασμα της νύχτας του Πάσχα. Είναι μια εικόνα αυθεντική, λαϊκή και βαθιά ελληνική, βγαλμένη από έναν κόσμο που χάθηκε βίαια, αλλά επιβιώνει μέσα από τη μνήμη και τη γραφή.
Διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα, δεν στεκόμαστε μόνο σε μια χαριτωμένη παιδική περιπέτεια. Στεκόμαστε μπροστά σε ένα κομμάτι της ψυχής του Πόντου, που παλεύει να επιβιώσει μέχρι σήμερα!
Διαβάστε το απόσπασμα:
Με τον επίζηλον βαθμόν άριστα και διαγωγή αρίστη είχα τελειώσει και την έβδομη τάξη του Δημοτικού και τώρα ήμουν μαθητής —μεγάλος πια— της πρώτης Γυμνασίου. Δεν ήταν δα απλώς ένα πέρασμα απ’ το δημοτικό σχολειό στο Γυμνάσιο για όσους μαθαίναμε τα γράμματα στο φημισμένο «Φροντιστήριον Τραπεζούντος». Ήταν ένα βαρυσήμαντο γεγονός για τη μαθητική ζωή, ένας σταθμός, μια κρίσιμη καμπή, όπου ο μαθητής ένοιωθε μια γενική αλλαγή της ατμόσφαιρας μαζί μ’ ένα γερό ταρακούνημα νεύρων.
Εκεί, στην πρώτη Γυμνασίου, δεν είχαμε πια συντρόφια μας τους καλόβολους συγγραφείς των «Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων», τον Παπαδιαμάντη, τον Ξενόπουλο, τον Καρκαβίτσα, τον Ροΐδη, τον Νιρβάνα, ούτε τον Σολωμό, τον Παλαμά και τον Βαλαωρίτη. Στην πρώτη Γυμνασίου μάς περίμενε ο Ξενοφών, μάς περίμεναν τα βαριά, χοντρά βιβλία με τις στερεότυπες εκδόσεις των αρχαίων κειμένων, μάς περίμεναν τα «εις μι και περισπώμενα» και, προ πάντων, μάς περίμενε ο καθηγητής Χρυσουλίδης —η δόξα και το φόβητρο του «Φροντιστηρίου Τραπεζούντος»— που ήταν γνωστός με το παρατσούκλι «ο Σκορπιός». Ποντιακά τον λέγαμε «ο Χρυσούλτ’ς» ή «ο Σκορπόν».
Ολοζώντανος ακόμα προβάλλει στη θύμησή μου —Θεός σχωρέστον. Ένα πρόσωπο τριγωνικό, χοντροφτιαγμένο, γεμάτο γωνιές, που κατέληγε σ’ ένα μυτερό γενάκι. Χρυσά γυαλάκια, μάτια διαπεραστικά, φρύδια χοντρά, χέρια ευκίνητα και χοντρές, δραστήριες παλάμες. Τα μαλλιά του ψαρά και αραιά, χτενισμένα προς τα πίσω και λίγο ανορθωμένα πάντα, το μέτωπο πλατύ, δύσκαμπτο μάλλον το κορμί του —μονοκόμματο— αλλά πολύ ευκίνητα τα μάτια, τα χέρια κι οι παλάμες.
Μας δίδασκε αρχαία ελληνικά και κυρίως την «Κύρου Ανάβαση», που διάβαζε με μια φωνή μακρόσουρτη και παθιασμένη, τραβώντας τραγουδιστά όλες τις λέξεις με τα δυο σύμφωνα —«Έλλλλλληνες»— για να υποδηλώνει την ορθογραφία, ενώ κυκλοφορούσε είτε μπροστά στην έδρα είτε ανάμεσα στα θρανία.
—Επεί δε οι στρατηγοί συνειλημμμμμμένοι ήσαν… (παύση) και των στρατηγών και των στρατιωτών οι συνεπισπόμενοι απολώλεσαν… (παύση) εν πολλή δη απορία ήσαν οι Έλλλλλληνες…
Απότομα σταματούσε και ρωτούσε έναν μαθητή:
—Δη!
Τάχανε ο μαθητής, οπότε άστραφταν τα μάτια του Χρυσουλίδη.
—Κοιμάσαι, βλαξ; Την εξήγηση θέλω. Τι σημαίνει «δη»;
Κι ενώ ο μαθητής ξερόβηχε και προσπαθούσε να βρει την ακριβή εξήγηση της λέξης, την έλεγε εκείνος:
—«Ως ήτο επόμενον», βλαξ! Αυτό σημαίνει το «δη»! Εις πολλλλλλήν δε αμηχανίαν ευρίσκοντο οι Έλλλλλληνες…
Και γκαπ!… βαρούσε μια στο κεφάλι με το χοντρό βιβλίο, προσθέτοντας:
—Ως ήτο επόμενον!
Κι ώσπου να συνέλθει ο μαθητής… γκουπ, βαρούσε άλλη μια:
—Ως ήτο επόμενον… κοιμισμένε, ανόητε, απρόσεκτε, αμελέστατε…
Η πιο πρόχειρη τιμωρία που μας έβαζε ο Χρυσουλίδης ήταν ν’ αντιγράψουμε πέντε ή δέκα φορές «τα εις μι και περισπώμενα» και η χειρότερη οι μπάτσοι του, εκείνη η φοβερή ειδικότητα που είχε να φέρνει την παλάμη κοντά στο πρόσωπο —ποτέ δεν άπλωνε το χέρι του για να πάρει φόρα— κι άξαφνα, τσαφ, να καίει το μάγουλό μας και να το τσουρουφλίζει.
Είχα δοκιμάσει πολλές φορές εκείνους τους μπάτσους, παρ’ όλον ότι μ’ αγαπούσε ο Χρυσουλίδης, ίσως γιατί ήμουν καλός μαθητής, αλλά και ίσως γιατί έψελνα στο Μετόχι, όπου εκκλησιαζόταν κι ο ίδιος τους εσπερινούς του Σαββάτου, κι έψελνε —έξω απ’ το στασίδι μας των ψαλτών— μόνο, όμως, ένα τροπάρι:
«Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου,
έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή».
Τόλεγε κατανυκτικά, με μια φωνή αρκετά παράτονη, βραχνή και με το κεφάλι του που τιναζόταν ελαφρά προς τα πίσω σε κάθε φράση. Ήταν —όπως λέγανε— ένας χρυσός άνθρωπος στο βάθος του, σοφότατος φιλόλογος, αλλά άγριος στο μάθημά του, επειδή έτσι πίστευε ότι θα μαθαίναμε γράμματα κι επειδή αυτή κρινόταν η καλύτερη μέθοδος διδασκαλίας στα χρόνια εκείνα.
Αυτός, λοιπόν, ο Χρυσουλίδης —ο «Σκορπόν»— καθώς ζύγωνε το Πάσχα, δήλωσε αυστηρά στην τάξη μας:
—Αλλοίμονον εις εκείνον που θα πιάση φουσέκια κατά το Πάσχα. Αλλοίμονον εις εκείνον που θα κατασκευάσει! Για όποιον πληροφορηθώ, θα τον αποβάλω οριστικώς εκ του σχολείου.
Εμβρόντητοι είχαμε μείνει όλοι μ’ αυτή την απαγόρευση, που δεν μπορούσε να χωρέσει στο μυαλό μας! Τι έλεγε ο Σκορπόν; Τρελλάθηκε; Μα ήταν δυνατόν ποτέ, για όνομα του Θεού, να καταλάβουμε Πάσχα χωρίς φουσέκια; Ίσα-ίσα που έπρεπε να καεί το πελεκούδι. Δεν ήταν δυνατόν να φανταστούμε ότι μπορούσε να γίνει Ανάσταση χωρίς μπαρούτι, «φουσέκια», τρακατρούκες, κουμπουριές και κάθε λογής πυροτεχνήματα, που να χαλάνε τον κόσμο —μπαμ, μπουμ— άλλα να σφυρίζουν και να παίζουν σαν δαιμονισμένα μέσ’ στα πόδια μας κι άλλα να φεύγουν ψηλά και να σκάζουν βροντολογώντας στα ουράνια.
Αυτό, μάλιστα, δεν ήταν καθόλου μια δουλειά ανεύθυνη στα χέρια του καθενός, αλλά υπεύθυνη κι οργανωμένη απ’ τους επιτρόπους των εκκλησιών, που ανάμεσα στ’ άλλα καθήκοντά τους είχαν και την ευγενή φροντίδα της συγκέντρωσης των πυρομαχικών, που θα χρειάζονταν για να τιμηθεί δεόντως η Ανάσταση του Κυρίου. Έτσι, απ’ τη Μεγάλη Βδομάδα κιόλας έβγαζαν έκτακτο δίσκο:
—Δια τα φουσέκια του Πάσχα!…
Κι οι πιστοί, ενώ παρακολουθούσαν με κατάνυξη τα Πάθη του Κυρίου, ρίχναν ευλαβώς τα χρήματά τους για να συγκεντρωθεί το ποσόν που θα χρειαζόταν για το πασχαλιάτικο μπουμπουνητό. Η κάθε ενορία, μάλιστα, φιλοδοξούσε να ξεπεράσει την άλλη ή να φανεί αντάξια της παράδοσης κι έτσι στον δίσκο εκείνο «δια τα φουσέκια του Πάσχα» δεν πέφταν πενταροδεκάρες, αλλά χοντρά νομίσματα.
Παράλληλα, ωστόσο, με τον υπεύθυνο κι επίσημο, να πούμε, εφοδιασμό των εκκλησιών, ανάπτυσσε τη δραστηριότητά της και η ιδιωτική πρωτοβουλία, της οποίας φιλότιμοι παράγοντες ήμαστε κι εμείς, τα παιδιά, που κάναμε πάντα το κατά δύναμιν για να συγκεντρώσουμε το απαραίτητο απόθεμα των φουσεκιών.
Ήμαστε καλά μυημένοι στα μυστικά της πυροτεχνουργικής και κατασκευάζαμε μονάχοι μας τα μέσα για την ενεργό συμμετοχή μας στο μεγάλο πασχαλιάτικο πανηγύρι. Ολόκληρη τη Μεγαλοβδομάδα μάς έπιανε ακατάσχετη δραστηριότητα και χρόνο με τον χρόνο γινόμαστε άσσοι στη δουλειά. Όχι πως θα το παινευτώ, αλλά ήμουν κι εγώ ένας πολύ καλός τεχνίτης. Ήξερα, δηλαδή, όχι μόνο ν’ αλέθω προσεκτικά το χοντρό μπαρούτι στον μύλο του καφέ, αλλά, αλέθοντας και το κάρβουνο, μπορούσα να φτιάχνω άριστα το πιο κατάλληλο χαρμάνι, ώστε όταν θ’ άναβε το φουσέκι, να φεύγει ωραία, να παίζει, να σφυρίζει κι ύστερα μπαμ να σκάζει δυνατά.
Η απαγόρευση εκείνη είχε θεωρηθεί τουλάχιστο αστεία από όλους μας, αλλά πολύ περισσότερο από μένα, που είχα κιόλας προμηθευτεί εγκαίρως το μπαρούτι μου —μια οκά!— και περίμενα πώς και πώς τις διακοπές για να «δουλέψω» με τη συντροφιά μου.
—Τι είπε ο Σκορπόν;
—Τρελός είναι!
Μόλις, λοιπόν, έκλεισε το σχολειό —Μεγάλη Τρίτη— συγκεντρωθήκαμε η παρέα των πυροτεχνουργών κι απ’ τη Μεγάλη Τετάρτη πρωί-πρωί αρχίσαμε την εργασία στο σπίτι μου. Είχε μπροστά μια στενόμακρη αυλή το σπίτι —με καρφωμένα βοτσαλάκια— κι από πίσω έναν κήπο με μερικά δέντρα και μια μεγάλη συκιά. Εκεί κάτω απ’ τη συκιά καθόμαστε η συντροφιά και δουλεύαμε ασταμάτητα, όλη τη μέρα.
Είχαμε τα «καλούπια» μας —ξυλάκια στρογγυλά με μια λαβή— τυλίγαμε σ’ αυτά το χοντρό χαρτί, το στρογγυλεύαμε, ύστερα το κολλούσαμε με τσιρίσι, κατόπιν περνούσαμε την άκρη του από μια θηλιά σπάγγου και, στριφογυρίζοντάς το, το «πνίγαμε», για να σχηματιστεί η τρυπίτσα όπου θα ’μπαινε το φυτίλι. Είχα φροντίσει μόνος μου για το άλεσμα του μπαρουτιού και του κάρβουνου, είχα κανονίσει το χαρμάνι κι απ’ αυτό γεμίζαμε τα φουσέκια, πατικώνοντάς τα και βάζοντας στην άκρη τρία-τέσσερα χοντρά κομματάκια μπαρούτι, για το σκάσιμο.
—Εντάξει, Χάρη;
—Εντάξει.
—Πώς πας, Γιώργο;
—Μια χαρά!
Το μισό μπαρούτι κιόλας ήταν αλεσμένο κι έμεινε το άλλο μισό, που το τύλιξα στη σακούλα του καλά και τόκρυψα στη ρίζα της συκιάς, σκεπάζοντάς το με μερικές πέτρες για πλήρη σιγουριά. Αργά το απόγεμα το αποτέλεσμα της παραγωγής μας ήταν απολύτως ικανοποιητικό και τ’ άλλα παιδιά φύγαν για να ξανάρθουν την επομένη το πρωί να συνεχίσουμε.
Μένοντας μόνος στον κήπο, είπα, προτού να φύγω κι εγώ, να συγυρίσω λίγο και να σκουπίσω, ώστε να μη φωνάζει η μητέρα μου ότι τα κάναμε πάλι άνω κάτω. Ο κήπος ήταν σπαρμένος πέρα για πέρα με αραιά πιτσιλίσματα απ’ το χαρμάνι κι επειδή ήταν μπελάς να χρησιμοποιήσω σκούπα, σκέφθηκα —ευφυέστατα!— ότι θα ’κανα καλύτερα τη δουλειά μου μ’ ένα σπίρτο. Μ’ ένα πουφ, όλο αυτό το χαρμάνι του μπαρουτιού —ακίνδυνο καθώς ήταν ανακατεμένο με το κάρβουνο— θα… σκουπιζόταν μοναχό του.
Άναψα, λοιπόν, σ’ απόσταση πέντε-έξι μέτρων απ’ τη συκιά το σπίρτο και μόλις τ’ ακούμπησα στο χώμα —ένας κρότος— μια φλόγα φοβερή με στράβωσε κι ένοιωσα στο μούτρο μου ένα τσουρούφλισμα. Αστραπιαία κατάλαβα ότι οι σκόνες του χαρμανιού χρησίμεψαν για φυτίλι στη σακούλα με το μπαρούτι, αλλά ήταν κάπως αργά. Τέτοιο κάψιμο ένοιωθα στο πρόσωπό μου, που έτρεξα, έχωσα το κεφάλι μου σ’ ένα βαρέλι με βροχόνερο που βρισκότανε στον κήπο κι ύστερα σαν τρελός ώρμησα μέσα στο σπίτι για να δω στον καθρέφτη τι είχε γίνει.
Κοίταξα και τρόμαξα. Κάποια άγνωστη φάτσα με κοιτούσε από μέσα, ένα μούτρο απαίσιο, φουσκωμένο, κατακόκκινο, δίχως φρύδια, δίχως τσίνουρα. Φωνές ακούστηκαν:
—Παναγιά μου!
—Χριστέ μου!
Ήταν ο κόσμος που είχε ακούσει την έκρηξη και έτρεξε, η μητέρα κι οι αδελφές μου που μ’ έβλεπαν και χτυπιόντουσαν.
Ω, τι καημός εκείνη τη χρονιά! Όχι, βέβαια, γιατί κατακάηκε το μούτρο μου, αλλά γιατί δεν μπορούσα να ολοκληρώσω τη δουλειά μου κι έτσι έμεινα χωρίς φουσέκια, στο περιθώριο, αλλοίμονο, του γενικού μπουμπουνητού! Η μόνη μου παρηγοριά ήταν ότι ανάμεσα απ’ τις γάζες πρόβαλλε λίγο και η μύτη μου και από εκεί μπορούσα, τουλάχιστο, να παίρνω τη μυρωδιά του μπαρουτιού που μοσχοβολούσε στον πασχαλιάτικο αέρα.
Το άρθρο Έκρηξη στην Τραπεζούντα! Το Πάσχα που έμεινε αξέχαστο στον Δημήτρη Ψαθά – Το ατύχημα που διηγείται στη “Γη του Πόντου” εμφανίστηκε πρώτα στο PontosVoice – H δική σου ΚΑΘΑΡΗ Ποντιακή φωνή.
Πηγή: Read More

Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα.
Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές.
Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.
