
Στο πρώτο μέρος εξετάσαμε τις εσωτερικές προϋποθέσεις της εθνικής ισχύος και τον τρόπο με τον οποίο το δημογραφικό, η οικονομία και το πελατειακό κράτος περιορίζουν τις δυνατότητες της Ελλάδας. Το δεύτερο μέρος στρέφεται στην εξωτερική απειλή. Εξετάζει τις αντιλήψεις που θολώνουν την εκτίμηση του τουρκικού επεκτατισμού και συνδέει το ζήτημα της αποτροπής με τη διαρκή επιδίωξη ισχύος, ακόμη και μέσα από την οικονομία.
Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου
Στη σφαίρα της γεωπολιτικής και των διεθνών σχέσεων, η αναφορά σε «εχθρούς» παραπέμπει σε ένα ξένο κράτος με επεκτατικές και αναθεωρητικές τάσεις. Ωστόσο, η θωράκιση του κάθε κράτους διασφαλίζεται πρώτα και κύρια εσωτερικά, με την κατάλληλη ιδεολογική σκευή των πολιτών που ειδικότερα αφορά την λεγόμενη «κουλτούρα ασφάλειας», την αντίληψη δηλαδή που θα έπρεπε να διαποτίζει το σύνολο των πολιτών σχετικά με την ασφάλεια του κράτους. Δυστυχώς, οι επικρατούσες «ειρηνιστικές» θεωρίες διέπονται από μία σύγχυση βούλησης και πραγματικότητας: αγνοώντας την (θλιβερή μα υπαρκτή) πραγματικότητα ότι ο πόλεμος εμφανίστηκε πριν από την ειρήνη [12], θεωρούν πως ξορκίζουν το κακό του πολέμου μέσα από την άρνηση της ύπαρξής του τη στιγμή που μαίνονται άπειρες πολεμικές συγκρούσεις στον πλανήτη, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια και στη γειτονιά μας.
Αν αποφασίζαμε να εστιάσουμε στους κύριους άξονες, γύρω από τους οποίους εντοπίζεται η σύγχυση που αφορά στα εθνικά ζητήματα, μπορούμε να πούμε πως βασικά αφορούν δύο βασικά ζητήματα :
α. τη σύγχυση των επιπέδων της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με την ορθή πρόσληψη του εχθρού και
β. τον ρόλο του εθνικού κράτους στον 21ο αιώνα, κατά τον οποίο διακηρύσσεται διαρκώς η « συγχώνευση της οικονομίας με την πολιτική» και ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, η ηγεσία της χώρας (πολιτική και στρατιωτική) οφείλει πρωτίστως να συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της αποτροπής, δηλαδή να έχει διαγνώσει ορθά τον χαρακτήρα και την έκταση της επαπειλούμενης σύγκρουσης. Ειδικότερα, σε σχέση με την Τουρκία, που αποτελεί και τον βασικό εχθρό της χώρας, αντί να αποτελεί βασική πολιτική θέση ότι η αύξουσα τουρκική πίεση οφείλεται στην αυξανόμενη διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού μεταξύ των χωρών, η προσέγγιση του ζητήματος αποκλίνει προς άλλες ιδεολογικές παραμέτρους.
Μία πρώτη λάθος εκτίμηση εκκινεί από τις φιλελεύθερες αυταπάτες και ιδεοληψίες που εδράζονται στην αντίληψη ότι η οικονομική ανάπτυξη και συνεργασία θα αμβλύνουν τις διαφορές και θα αποτρέψουν τον πόλεμο. Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή σκέψης, ο τουρκικός επεκτατισμός αποδίδεται στον «οθωμανισμό» και τον «ασιατικό χαρακτήρα» της Τουρκίας και συνεπώς εξάγεται το συμπέρασμα ότι μόλις η Τουρκία ακολουθήσει το δυτικό φωτισμένο παράδειγμα, θα υπερβεί τους «εθνικιστικούς αταβισμούς» [13], θα υποκαταστήσει τις στρατιωτικές από τις οικονομικές δραστηριότητες και τότε θα πάψει να αποτελεί απειλή.
Μία δεύτερη – εξίσου άστοχη – εκτίμηση αποτελεί η αριστερή παραλλαγή της πρώτης, δηλαδή του οικουμενικού οικονομισμού. Σύμφωνα με αυτήν, ο τουρκικός επεκτατισμός συνιστά προσπάθεια της άρχουσας τάξης να αποσπάσει την προσοχή των μαζών από τα άλυτα εσωτερικά προβλήματα και θα υποχωρήσει μόλις αναλάβουν την πολιτική διαχείριση της χώρας δημοκρατικές και σοσιαλιστικές δυνάμεις. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι έκθετη τόσο πολιτικά όσο και εμπειρικά. Δεν εξηγεί γιατί ο λαός αφήνεται να περισπασθεί «ειδικά με αυτόν τον τρόπο», τι του αρέσει και επιλέγεται αυτή η περίσπαση προκειμένου να παραπλανηθεί. Επίσης, η πραγματικότητα δείχνει πως και «οι λαοί» υιοθετούν τον επεκτατισμό των «ισχυρών»∙ ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί και η σημερινή Τουρκία, στην οποία δεν αποτυπώνεται αποδοκιμασία τμήματος του τουρκικού λαού απέναντι στην τουρκική κατοχή της Κύπρου και τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο. Αυτό συμβαίνει για καθαρά πολιτικούς λόγους και όχι επειδή οι Τούρκοι σοσιαλιστές είναι «Οθωμανοί». Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ετσεβίτ που διέταξε την εισβολή έπραξε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έπραξαν και οι ομοϊδεάτες του Γάλλοι «σοσιαλιστές» τόσο στον αιμοσταγή αποικιακό πόλεμο που διεξήγαγαν στην Αλγερία όσο και το 1956 στην επέμβαση στη διώρυγα του Σουέζ.
Τέλος, μία τρίτη λανθασμένη πρόσληψη του εχθρού εκκινεί από παραλείψεις και λανθασμένες εκτιμήσεις της ελληνικής πολιτικής. Η άποψη ότι η Τουρκία θα «εξημερωθεί» ως προς τις επεκτατικές της διαθέσεις αν ενταχθεί στην Ευρώπη εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Η σχέση, ωστόσο, της Τουρκίας με την Ευρώπη δεν οδηγεί στον εξευγενισμό της αλλά σε ένα διαρκές παζάρι διεκδικήσεων, από το οποίο θα βγει χαμένη η Ελλάδα αφού η Ευρώπη θα επιθυμεί να την κατευνάσει πιέζοντας την χώρα μας να αποδεχτεί τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Κύπρο [14].
Η ανάλυση επεκτείνεται στον ρόλο του εθνικού κράτους στην σημερινή πλανητική εποχή. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από τη συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία και – σε επίπεδο ρητορικής – τον οικουμενισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν οδήγησε, όπως διακηρύσσεται διαρκώς, στην απόλυτη κυριαρχία της οικονομίας και τον εξοβελισμό της πολιτικής. Οδήγησε στην κατάσταση, κατά την οποία η πολιτική είναι υποχρεωμένη να ασχολείται συνεχώς και συστηματικά με την οικονομία ενώ συνάμα οι αλλαγές του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων υλοποιούνται πολύ συχνά μέσω της ανακατανομής του εθνικού εισοδήματος ή μέσω θεσμοποιημένων κοινωνικών αγώνων. Στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας σημειώνεται μία αξιοσημείωτη διάσταση ανάμεσα στο γεγονός ότι μεγάλα τμήματα της οικονομίας ανήκουν στην ιδιωτική ιδιοκτησία και στο γεγονός ότι τα οικονομικά ζητήματα αποκτούν δημόσιο χαρακτήρα. Συνεπώς. η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν συνεπάγεται εξασθένηση της πολιτικής∙ αντιθέτως, σημαίνει μία αναγκαία συνύφανση της πολιτικής έννοιας του γενικού συμφέροντος με οικονομικά ζητήματα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου κυριαρχούν οι διαδικασίες της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης.
Οι πτυχές της πολιτικής που παραμένουν παρούσες στη συγχώνευση αυτή είναι καταρχήν το γεγονός ότι ένα βασικό πολιτικό μέγεθος, όπως η εσωτερική τάξη εξαρτάται από την απόδοση της οικονομίας. Επίσης, η πολιτική ασκείται εξίσου μέσω της κατανομής και ανακατανομής οικονομικών και πολιτικών αγαθών, δηλαδή ισχύος και εξουσίας. Η ερμηνεία δηλαδή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» νοείται υλικά/οικονομικά και εξισωτικά, αφορά δηλαδή ίσα τυπικά δικαιώματα για όλους. Τέλος, η πολιτική εξαρτάται όλο και περισσότερο από την τελευταία λέξη της τεχνικής προκειμένου να επιδιώξει ισχύ με την παραδοσιακή στρατηγική και γεωπολιτική έννοια του όρου. Πιο συγκεκριμένα, η τρίτη βιομηχανική επανάσταση, η ακμή της οποίας συνέπεσε με την ωρίμανση της μαζικής δημοκρατίας μετά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο κατάργησε τα σύνορα μεταξύ «πολιτικής» και «στρατιωτικής» τεχνολογίας στη βάση της ανάπτυξης της ηλεκτρονικής και του αυτοματισμού. Η μετάβαση από τον πολιτικό στον στρατιωτικό τομέα της οικονομίας συντελείται πια όλο και πιο αβίαστα αφού και στη στρατιωτική και στην πολιτική τεχνολογία γίνεται χρήση των ίδιων μεθόδων εργασίας, ακόμα και μηχανημάτων. Συνεπώς, η φιλελεύθερη διάκριση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας είναι πλέον αναχρονιστική. Αν θεωρήσουμε πως η οικονομία είναι ο βασιλιάς της εποχής μας, τότε η επιδίωξη ισχύος υποχρεωτικά θα ακολουθήσει το μονοπάτι της οικονομίας. Είναι εσφαλμένη, τόσο λογικά όσο και ανθρωπολογικά, η ταύτιση της επιδίωξης ισχύος αποκλειστικά με την πολιτική, η οποία εκλαμβάνεται ως εξωοικονομικό μέγεθος και από την έκλειψη της δεύτερης (της πολιτικής) να συμπεραίνουμε ή να προσδοκούμε την αναπόδραστη εξάλειψη της πρώτης (της επιδίωξης ισχύος) [15].
Σημειώσεις και παραπομπές
[12] Κάρολος Μαρξ, Βασικές Γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, 1857 – 1858, Αθήνα: Στοχαστής, 2022.
[13] Η λέξη χρησιμοποιείται με μεταφορική σημασία και σημαίνει την αναβίωση παλιών, ξεπερασμένων ιδεών, ενστίκτων και συμπεριφορών που θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν.
[14] Παναγιώτης Κονδύλης, « Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου» στο Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Ειρήνη. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004, σσ. 403 – 409.
[15] Παναγιώτης Κονδύλης, «Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία» στο Πλανητική Πολιτική στην εποχή της μαζικής δημοκρατίας, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 30 – 39.

Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα.
Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές.
Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.
