Νέα έρευνα των The Insider και Nordsint αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο κινεζικοί προμηθευτές φέρονται να παρακάμπτουν τους περιορισμούς εξαγωγών του Πεκίνου, στέλνοντας στη Ρωσία κρίσιμα εξαρτήματα για drones ως δήθεν αγροτικό εξοπλισμό.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η κινεζική Harxon Corporation, μεγάλος προμηθευτής εξοπλισμού πλοήγησης, η οποία φέρεται να διαθέτει στη ρωσική πολεμική βιομηχανία ειδικές κεραίες αντιπαρεμβολής για τα drones Geran, τη ρωσική εκδοχή των ιρανικών Shahed.
Σύμφωνα με την έρευνα, δημοσιογράφοι προσποιήθηκαν Ρώσους στρατιωτικούς εργολάβους και επικοινώνησαν με την Harxon. Εκπρόσωπος της εταιρείας φέρεται να αναγνώρισε συνεργασία με το εργοστάσιο Alabuga, βασική μονάδα παραγωγής των drones Geran και Gerbera στη Ρωσία, και αποδέχθηκε μεγάλη παραγγελία στρατιωτικού υλικού μέσω εταιρείας-βιτρίνας.
Τα εξαρτήματα που ζητήθηκαν ήταν κεραίες CRPA, δηλαδή κεραίες ελεγχόμενου μοτίβου λήψης, οι οποίες επιτρέπουν στα drones να αντέχουν σε ουκρανικά συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου. Οι κεραίες αυτές εντοπίζουν την κατεύθυνση των παρεμβολών GPS και δημιουργούν «τυφλές ζώνες» ώστε το drone να διατηρεί την πορεία του.
Χωρίς τέτοια συστήματα, τα Geran δεν μπορούν να πλήξουν με ακρίβεια καθορισμένες συντεταγμένες. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι προϊόντα της Harxon αποτελούν την πλειονότητα των δορυφορικών κεραιών που έχουν εντοπιστεί από την Ουκρανία σε συντρίμμια καταρριφθέντων Geran.
Η συναλλαγή χαρακτηρίστηκε από εκπρόσωπο της Harxon ως «ευαίσθητη» και παραπέμφθηκε σε πρόσωπο με το όνομα Anthony Zheng, ο οποίος εμφανιζόταν να ενεργεί μέσω νεοσύστατης εταιρείας, της NavX Technology Co., Ltd.
Ο Zheng φέρεται να προσέφερε κεραίες 7, 8 και 16 καναλιών, κατασκευασμένες αποκλειστικά για στρατιωτικούς πελάτες. Η πληρωμή ζητήθηκε να γίνει σε λογαριασμό της ρωσικής VTB Bank, τράπεζας που έχει ήδη συνδεθεί με δίκτυα κινεζικών εταιρειών που προμηθεύουν τη ρωσική αμυντική βιομηχανία.
Οι ερευνητές υπέβαλαν παραγγελία 200 μονάδων, συνολικής αξίας περίπου 738.000 ευρώ. Οι τιμές, σύμφωνα με το τιμολόγιο, κυμαίνονταν από 6.650 ευρώ για την κεραία 7 καναλιών έως 14.750 ευρώ για την έκδοση 16 καναλιών.

Το κρίσιμο εύρημα είναι ότι οι φωτογραφίες των κεραιών που έστειλε η NavX ταυτίζονταν με εξαρτήματα που είχαν καταγραφεί από τη Nordsint σε συντρίμμια drones Shahed στην Ουκρανία. Τα εξαρτήματα έφεραν κινεζικές ετικέτες που τα χαρακτήριζαν ως «κεραίες πλοήγησης αγροτικών μηχανημάτων», προφανώς για να παρακαμφθούν οι περιορισμοί σε αγαθά διπλής χρήσης.
Παρότι ο Zheng υποστήριξε ότι η NavX λειτουργεί ανεξάρτητα, οι ερευνητές εντόπισαν ψηφιακά στοιχεία που τον συνδέουν άμεσα με τη Harxon, μεταξύ άλλων και συμμετοχές του σε διεθνείς εκθέσεις ως εκπροσώπου της μητρικής εταιρείας.
Ρωσικά εμπορικά στοιχεία δείχνουν ότι μεταξύ Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2024 εταιρεία με έδρα την Alabuga εισήγαγε κεραίες Harxon αξίας άνω των 925.000 ευρώ. Οι αποστολές έγιναν μέσω κινεζικών και τουρκικών εταιρειών-βιτρινών, ενώ ορισμένες δηλώθηκαν ρητά ως «όχι για στρατιωτική χρήση».
Παρά τις καταγγελίες, η Harxon συνεχίζει να δραστηριοποιείται κανονικά στις δυτικές αγορές, διατηρώντας εξουσιοδοτημένους διανομείς σε 27 χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Αυστραλία. Μάλιστα, τον Μάρτιο του 2026 συμμετείχε σε εμπορική έκθεση στη Γερμανία.
Μετά τα αιτήματα σχολιασμού από το The Insider, ο εκπρόσωπος της NavX φέρεται να διέγραψε όλα τα αρχεία επικοινωνίας με τους ερευνητές. Η κινεζική πρεσβεία στη Λετονία απάντησε ότι η Κίνα «ελέγχει αυστηρά» τις εξαγωγές προϊόντων διπλής χρήσης.
Η υπόθεση αναδεικνύει τον βαθμό εξάρτησης της ρωσικής πολεμικής μηχανής από την Κίνα. Σύμφωνα με προηγούμενες αναφορές, η Ρωσία εισάγει πλέον πάνω από το 90% της τεχνολογίας που υπόκειται σε κυρώσεις μέσω κινεζικών διαύλων, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 80% του προηγούμενου έτους.
Η ροή αυτών των περιορισμένων αγαθών —ημιαγωγών, εξειδικευμένων ηλεκτρονικών και δορυφορικών εξαρτημάτων— έχει επιτρέψει στη Μόσχα να επεκτείνει την εγχώρια παραγωγή drones και πυραύλων.
Παρά τις κυρώσεις που έχει επιβάλει η ΕΕ σε ορισμένες κινεζικές και χονγκονγκέζικες εταιρείες, τα κράτη-μέλη εμφανίζονται διστακτικά να προχωρήσουν σε σκληρότερα μέτρα, φοβούμενα οικονομικά αντίποινα από το Πεκίνο. Η Κίνα, από την πλευρά της, συνεχίζει να απορρίπτει τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι διατηρεί απλώς «κανονικές εμπορικές σχέσεις» με τη Ρωσία.