
Μια σκληρή και βαθιά πολιτική αντιπαράθεση για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, τη Γενοκτονία των χριστιανικών λαών της Ανατολής και τα όρια της λεγόμενης «εθνικής αυτοκριτικής» ξέσπασε στο Facebook ανάμεσα στον ιστορικό Βλάση Αγτζίδη και τον καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης Θανάση Διαμαντόπουλο.
Αφορμή αποτέλεσαν οι δηλώσεις του δεύτερου στην εκπομπή «Newsroom» της ΕΡΤ, όπου, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα την αναγνώριση γαλλικών εγκλημάτων στην Αλγερία, έθεσε το ερώτημα πότε η Ελλάδα θα αναγνωρίσει επισήμως εγκλήματα που διέπραξε ο Ελληνικός Στρατός στη Μικρά Ασία.
ΠΟΕ κατά Διαμαντόπουλου: «Η Γενοκτονία δεν συμψηφίζεται» – Ζητά παρέμβαση της κυβέρνησης
Το ζήτημα δεν είναι εάν πρέπει να ερευνηθούν και να καταγραφούν συγκεκριμένα εγκλήματα πολέμου. Ο Βλάσης Αγτζίδης όχι μόνο δεν το αρνείται, αλλά το δηλώνει ρητά: υπήρξαν εγκλήματα πολέμου και πρέπει να εξετάζονται επιστημονικά.
Η ουσία της διαφωνίας βρίσκεται αλλού και συγκεκριμένα στην αποκοπή αυτών των περιστατικών από το ιστορικό πλαίσιο των Γενοκτονιών που είχαν αρχίσει από το 1914, χρόνια πριν από την απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη.
Άλλο η διερεύνηση εγκλημάτων πολέμου και άλλο η κατασκευή ενός αφηγήματος «αμοιβαίας σφαγής», το οποίο εξαφανίζει την προμελετημένη εξόντωση Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων και μετατρέπει τους θύτες σε θύματα.
Σε αυτήν ακριβώς τη γραμμή στάθηκε ο Αγτζίδης.
Το δώρο στην τουρκική προπαγάνδα
Οι δηλώσεις Διαμαντόπουλου δεν έμειναν στο ελληνικό τηλεοπτικό στούντιο. Απομονώθηκαν από το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, μεταφέρθηκαν στην Τουρκία και προβλήθηκαν ως «ελληνική ομολογία».
Τουρκικά μέσα παρουσίασαν την παρέμβασή του με τίτλους περί «ασύλληπτων σφαγών στην Ανατολία» και περί μιας παραδοχής που θα μπορούσε να «φέρει την Αθήνα σε δύσκολη θέση». Το τουρκικό δημοσίευμα πρόβαλε την τοποθέτηση ως κάλεσμα προς το ελληνικό κράτος να αναγνωρίσει επισήμως τα εγκλήματα του στρατού του.
Αυτό ακριβώς επισήμανε ο Βλάσης Αγτζίδης! Ένας επιστήμονας δεν αρκεί να γνωρίζει ένα επιμέρους γεγονός. Οφείλει να αντιλαμβάνεται τη μεγάλη εικόνα, τη συγκυρία μέσα στην οποία μιλά και τον τρόπο με τον οποίο η παρέμβασή του μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ένα κράτος που εξακολουθεί να αρνείται τις Γενοκτονίες.
«Υποθέτω ότι εάν θέλει να παρουσιάσει κάποιος ένα ζήτημα από επιστημονικής πλευράς, θα πρέπει πρωτίστως να γνωρίζει τη μεγάλη εικόνα, να μην αποκρύπτει καμία πλευρά και κυρίως να μην είναι πολιτικά χρήσιμος για καμία χώρα ή πολιτική παράταξη», έγραψε ο Αγτζίδης.
Δεν πρόκειται για αίτημα λογοκρισίας ούτε για απαίτηση απόκρυψης της Ιστορίας. Πρόκειται για απαίτηση ιστορικής πληρότητας.
Όταν μια αποσπασματική αναφορά γίνεται πρωτοσέλιδο στα εθνικιστικά μέσα μιας χώρας που οικοδομεί συστηματικά το αφήγημα του «Τούρκου θύματος» και του «Έλληνα εισβολέα», τότε ο επιστήμονας οφείλει τουλάχιστον να αντιληφθεί ότι η μονομέρεια έχει συνέπειες.
Η λάθος σύγκριση με τη γαλλική Αλγερία
Ιδιαίτερη αντίδραση προκάλεσε η σύγκριση της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία με τη γαλλική αποικιοκρατία στην Αλγερία.
Ο παραλληλισμός αυτός δεν αποτελεί απλώς μια ατυχή ιστορική αναλογία. Παραμορφώνει τον ίδιο τον χαρακτήρα της Μικρασιατικής τραγωδίας.
Οι Έλληνες δεν εμφανίστηκαν στη Μικρά Ασία το 1919 ως ένας ξένος, υπερπόντιος αποικιακός λαός. Ο Ελληνισμός της Ιωνίας, του Πόντου, της Καππαδοκίας και της Ανατολικής Θράκης αποτελούσε γηγενή πληθυσμό με παρουσία αιώνων, πόλεις, κοινότητες, σχολεία, εκκλησίες, οικονομική ζωή και ιστορική συνέχεια.
Η Σμύρνη δεν ήταν για τους Έλληνες ό,τι η Αλγερία για τη Γαλλία. Ήταν πατρίδα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων. Οι άνθρωποι αυτοί δεν περίμεναν έναν αποικιακό στρατό για να τους κατακτήσει. Περίμεναν προστασία από τις διώξεις που είχαν αρχίσει ήδη από το 1914.
Η σύγκριση με την Αλγερία διαγράφει αυτούς τους πληθυσμούς από τον χάρτη και παρουσιάζει τη Μικρά Ασία σαν έναν αποκλειστικά τουρκικό χώρο, στον οποίο εισέβαλε ξαφνικά ένας ξένος ελληνικός στρατός.
Αυτό ακριβώς αποτελεί τον πυρήνα του κεμαλικού αφηγήματος.
Ο Διαμαντόπουλος επικαλέστηκε τη Συνθήκη της Λωζάννης
Απαντώντας στον Αγτζίδη, ο Θανάσης Διαμαντόπουλος επικαλέστηκε το άρθρο 59 της Συνθήκης της Λωζάννης. Με αυτό η Ελλάδα αναγνώριζε υποχρέωση αποζημίωσης για ζημιές που προκλήθηκαν στην Ανατολία από πράξεις του ελληνικού στρατού ή της διοίκησης οι οποίες ήταν αντίθετες προς τους νόμους του πολέμου. Η Τουρκία, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, παραιτήθηκε τελικά από τις σχετικές αξιώσεις.
Ο Αγτζίδης, όμως, δεν αρνήθηκε αυτήν την πραγματικότητα.
Απάντησε ότι πρόκειται για ένα γνωστό ιστορικό ζήτημα, το οποίο αφορά πράξεις που μπορούν να χαρακτηριστούν εγκλήματα πολέμου. Επισήμανε παράλληλα ότι εγκλήματα πολέμου διέπραξαν και οι κεμαλικές δυνάμεις, τόσο ο τακτικός στρατός όσο και οι άτακτοι τσέτες.
Η διαφωνία, συνεπώς, δεν βρίσκεται στο εάν υπήρξαν παραβιάσεις των κανόνων του πολέμου από την ελληνική πλευρά. Βρίσκεται στην προσπάθεια να παρουσιαστούν αυτά τα περιστατικά έξω από το χρονικό, πολιτικό και εθνολογικό πλαίσιο της εποχής.
Το άρθρο 59 ρυθμίζει ένα ζήτημα αποζημιώσεων. Δεν αποφαίνεται ότι τα εγκλήματα πολέμου που σημειώθηκαν μέσα σε μια πολεμική σύγκρουση εξισώνονται ιστορικά ή ηθικά με ένα οργανωμένο σχέδιο εκτοπισμού και εξόντωσης ολόκληρων πληθυσμών.
Η βασική διάκριση που αποφεύχθηκε
Ο Βλάσης Αγτζίδης έθεσε στον συνομιλητή του το θεμελιώδες ερώτημα. Μπορεί να διακρίνει τη διαφορά μεταξύ των Γενοκτονιών που είχαν προαποφασιστεί, οργανωθεί και τεθεί σε εφαρμογή από το 1914 και των εγκλημάτων πολέμου που διαπράχθηκαν από τις εμπλεκόμενες δυνάμεις την περίοδο 1919–1922;
Αυτή είναι η πρωτεύουσα συνθήκη της συζήτησης.
Οι διωγμοί των χριστιανικών πληθυσμών δεν άρχισαν ως αντίδραση στην ελληνική απόβαση στη Σμύρνη. Είχαν ξεκινήσει χρόνια νωρίτερα, με εκτοπισμούς, τάγματα εργασίας, πορείες θανάτου, δημεύσεις περιουσιών και μαζικές σφαγές.
Εάν κάποιος αρχίσει την αφήγηση τον Μάιο του 1919, εξαφανίζει ό,τι προηγήθηκε. Και εάν παρουσιάσει ως κορυφαίο ιστορικό γεγονός μόνο τα εγκλήματα που αποδίδονται στον Ελληνικό Στρατό, τότε δημιουργεί την ψευδή εντύπωση ότι όσα ακολούθησαν ήταν απλώς τουρκικά αντίποινα.
Δεν ήταν.
Η πολιτική εξόντωσης των χριστιανικών λαών της Ανατολής είχε προηγηθεί. Ο πόλεμος του 1919–1922 προστέθηκε πάνω σε μια διαδικασία που είχε ήδη ξεκινήσει.
Τα αναπάντητα ερωτήματα του Αγτζίδη
Ο ιστορικός δεν περιορίστηκε σε μια γενική καταγγελία. Έθεσε συγκεκριμένα ερωτήματα στον Θανάση Διαμαντόπουλο.
Ζήτησε να πληροφορηθεί σε ποιον αριθμό αμάχων μουσουλμάνων αντιστοιχεί η διατύπωση περί «ασύλληπτων σφαγών».
Ρώτησε πόσα από αυτά τα θύματα ανήκουν στην πρώτη περίοδο, από τον Μάιο του 1919 έως τον Δεκέμβριο του 1920, όταν η ελληνική παρουσία αποτελούσε μέρος της συμμαχικής προσπάθειας διαμόρφωσης του μεταοθωμανικού χώρου.
Και πόσα καταγράφηκαν μετά τον Δεκέμβριο του 1920, όταν η διασυμμαχική επιχείρηση μετατράπηκε πλέον σε αμιγώς ελληνοτουρκικό πόλεμο.
Έθεσε επίσης το ερώτημα πόσα ήταν τα θύματα των Νεοτούρκων και των κεμαλικών δυνάμεων μεταξύ 1914 και 1923: Έλληνες, Αρμένιοι, Ασσύριοι, αλλά και Κούρδοι του Κότσγκιρι.
Σύμφωνα με τον Αγτζίδη, σε αυτά τα ερωτήματα δεν έλαβε απάντηση.
Αντί της ουσιαστικής απάντησης, η συζήτηση διολίσθησε στο εάν ο Διαμαντόπουλος χρειαζόταν «άδεια» για να τοποθετηθεί – κάτι που ουδέποτε αποτέλεσε το πραγματικό επιχείρημα του Αγτζίδη.
Το «κανείς δεν σας εξουσιοδότησε να μιλάτε εκ μέρους μας» δεν αφορούσε την ακαδημαϊκή ελευθερία του καθηγητή. Αφορούσε το δικαίωμα ενός Μικρασιάτη ή Ποντίου να αρνηθεί την επιβολή μιας συλλογικής ελληνικής ενοχής, όταν η δική του οικογένεια βρέθηκε στην πλευρά των εξοντωμένων και εγκαταλειμμένων πληθυσμών.
Ποιους καλούνται να «αυτομαστιγώσουν» οι πρόσφυγες;
Ο Αγτζίδης έθεσε ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα! Ποια κοινά συμφέροντα και ποιες κοινές ενοχές είχαν οι Μικρασιάτες και οι Πόντιοι με τη μοναρχική ηγεσία που διαχειρίστηκε την τελευταία φάση της εκστρατείας και τους εγκατέλειψε μπροστά στην κεμαλική προέλαση;
Υπενθύμισε τον νόμο 2870/1922, ο οποίος ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 1922 και απαγόρευε την ομαδική μεταφορά στην Ελλάδα ανθρώπων χωρίς τα προβλεπόμενα έγγραφα, προβλέποντας κυρώσεις για τα πλοία που θα τους μετέφεραν. Η εφαρμογή του συνδέθηκε άμεσα με την παρεμπόδιση της έγκαιρης φυγής των ελληνικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σήμερα σαν να ήταν συνυπεύθυνοι για κάθε πράξη του ελληνικού στρατιωτικού ή πολιτικού μηχανισμού.
Ήταν οι πληθυσμοί που βρέθηκαν ανάμεσα στη νεοτουρκική και κεμαλική πολιτική εξόντωσης, στις επιλογές των Μεγάλων Δυνάμεων και στην ανικανότητα της ελληνικής μοναρχικής ηγεσίας.
Ιστορική αυτοκριτική, όχι εθνική αυτοκατάργηση
Η ιστορική αυτοκριτική είναι αναγκαία. Τα εγκλήματα δεν παύουν να είναι εγκλήματα επειδή τα διέπραξαν στρατιώτες της δικής μας πλευράς. Η απόκρυψη δεν υπηρετεί ούτε την Ιστορία ούτε την εθνική αυτογνωσία.
Αλλά αυτοκριτική δεν σημαίνει αυτοκατάργηση.
Δεν σημαίνει ότι ξεκινάμε την Ιστορία το 1919, διαγράφουμε όσα είχαν συμβεί από το 1914, ταυτίζουμε τη Μικρά Ασία με μια υπερπόντια αποικία και παραδίδουμε στην τουρκική προπαγάνδα μια φράση που μετατρέπει τον θύτη σε θύμα και το θύμα σε σφαγέα.
Αυτό είναι το ισχυρό σημείο της παρέμβασης του Βλάση Αγτζίδη. Δεν αρνείται τη σκοτεινή πλευρά του πολέμου. Αρνείται τον ακρωτηριασμό της Ιστορίας.
Και δικαίως.
Διότι η Ιστορία της Μικρασιατικής Καταστροφής δεν μπορεί να γραφτεί χωρίς τους Έλληνες, τους Αρμενίους και τους Ασσυρίους που εξοντώθηκαν και εκδιώχθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες.
Ούτε μπορεί η μνήμη τους να μετατραπεί σε υποσημείωση ενός κατασκευασμένου αφηγήματος «αμοιβαίων ακροτήτων».
Τα εγκλήματα πολέμου πρέπει να ερευνώνται. Οι Γενοκτονίες, όμως, δεν συμψηφίζονται.
The post Ο Αγτζίδης βάζει στη θέση του τον Διαμαντόπουλο για τη Μικρασιατική Εκστρατεία: «Άλλο τα εγκλήματα πολέμου, άλλο η προαποφασισμένη Γενοκτονία» first appeared on PontosVoice – H δική σου ΚΑΘΑΡΗ Ποντιακή φωνή.
Πηγή: Read More
Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα.
Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές.
Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.