Σύμφωνα με δημοσίευμα από tanea.gr

Δεν μιλάει ποτέ παρά μόνο αν είναι απαραίτητο. Δεν ξέρει τίποτα. Δεν ενδιαφέρεται για τίποτα. Δεν αγαπά τίποτα. Ούτε και μισεί. Είναι ένας ξένος, παντού, με όλους, με όλα. Ξένος και με τον εαυτό του. Είναι ο Μερσό (Μπενζαμέν Βουασόν), ο κεντρικός (και μόνος) ήρωας του αριστουργηματικού μυθιστορήματος του Αλμπέρ Καμί «Ο ξένος» (L’ etranger, 2025), που επανήλθε στη μεγάλη οθόνη από τον Φρανσουά Οζόν και την ομότιτλη ταινία, μισό περίπου αιώνα μετά τη – μάλλον ξεχασμένη – ταινία του Λουκίνο Βισκόντι που ανήκει στις πιο αδύναμες δημιουργίες του.
Η κινηματογραφική «ανάγνωση» του «Ξένου» από τον Οζόν έχει μια «παζολινική» χροιά που σε σκλαβώνει. Το φιλμ, ασπρόμαυρο και εξαιρετικά λιτό, είναι μια κατάθεση γεγονότων, μέσα από την οποία όμως, ναι, αντλείται συναίσθημα. Οπως συμβαίνει και στο μυθιστόρημα του Καμί.
Ενας λευκός νέος που κυκλοφορεί στους δρόμους του ηλιόφωτου Αλγερίου. Γνωρίζει πρόσωπα, τα οποία δεν τον ενδιαφέρουν. Ερχεται σε σύγκρουση με Αραβες. Ακόμα και η πρόταση γάμου στην κοπέλα που τον φλερτάρει γίνεται με μια τρομερή απάθεια. Οπως και ένας φόνος. Ο Μερσό οδηγείται σε δίκη. Κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει τη συμπεριφορά του. Ολα αυτά αβίαστα, χωρίς εντάσεις, με μια κυνική απλότητα και με την κινηματογραφική μηχανή βωβό παρατηρητή των δρωμένων (το ασπρόμαυρο του διευθυντή φωτογραφίας Μανουέλ Ντακός είναι ίσως το πιο όμορφο ασπρόμαυρο που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια στο σινεμά). Οπως συμβαίνει και στο μυθιστόρημα, το ποιος είναι ο Μερσό θα παραμείνει μέχρι το τέλος ένα μυστήριο – από κάποια στιγμή και μετά αντιλαμβάνεσαι ότι δεν έχει καν σημασία το ποιος στ’ αλήθεια είναι αυτός ο άνθρωπος. Ο Οζόν θέλει να μπει μέσα στο μυαλό του Καμί, αφήνοντας τον θεατή να σκεφτεί έννοιες όπως ο ρατσισμός, ο έρωτας και η δικαιοσύνη – έννοιες που ο ίδιος αγγίζει απαλά, διακριτικά, αδιόρατα και (κατά συνέπεια) ουσιαστικά.
Στην ταινία του Βισκόντι η επιλογή του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι υπήρξε μάλλον άστοχη. Ο Μερσό πρέπει να είναι «ένας μέσα στο πλήθος» και η μορφή του Μαστρογιάνι παραήταν έντονη για κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, εδώ, ο Μπενζαμέν Βουασόν, παρότι ένας Αδωνις, δείχνει πλασμένος για τον ρόλο. Κρατά καλά φυλαγμένες μέσα του τις (όποιες) υπαρξιακές αγωνίες του Μερσό και μας κάνει κοινωνούς της απόγνωσής του.
Θρίλερ παλαιάς κοπής
Το «Ιερό αγόρι» (La Valle dei Sorrisi, Ιταλία / Σλοβενία, 2025) ή καλύτερα «Η κοιλάδα των χαμόγελων», όπως ο πρωτότυπος, ιταλικός τίτλος της ταινίας μεταφράζεται στα ελληνικά, είναι ένα θρίλερ της «παλαιάς κοπής», που δείχνει επηρεασμένο από τη βρετανική παράδοση του είδους, στη δεκαετία του 1970, όταν στις ταινίες τρόμου το ειδυλλιακό, ήρεμο τοπίο μιας επαρχίας δεν ήταν παρά η βιτρίνα μιας επίγειας κόλασης όπου κρύβονταν αδιανόητα πράγματα (ένα κλασικό παράδειγμα είναι το «Καταραμένο σκιάχτρο» του Ρόμπιν Χάρντι από το 1973). Οπότε, όταν ακούμε τη διευθύντρια του σχολείου, στο οποίο ένας αναπληρωτής καθηγητής γυμναστικής (Μικέλε Ριοντίνο) έχει μετατεθεί, να του λέει ότι τόσο η «εσωτερική γαλήνη» όσο και το χαμόγελο είναι τα μόνα στοιχεία που οφείλουν να επικρατούν ανάμεσα στους μαθητές και τους καθηγητές, ξέρουμε πολύ καλά ότι θα συμβεί το αντίθετο.
Και όσο ο χρόνος κυλά, τόσο ο νιόφερτος καθηγητής, το «ξένο, αγέλαστο σώμα» στην «Κοιλάδα των χαμόγελων», βυθίζεται σε έναν κόσμο μυστικισμού, «μαύρης» μαγείας και αποκρυφιστικών τελετών, όπου ρόλο δεν θα παίξει μόνο ένας από τους μαθητές του, αλλά και το ίδιο το τραυματισμένο παρελθόν του πρώτου. Παρότι το σενάριο των Τζάκοπο ντελ Τζιούντιτσε, Μίλο Τισόνε και του σκηνοθέτη Πάολο Στρίπολι διακρίνεται από πολλές αυθαιρεσίες – που σημαίνει ότι μπορείς να περιμένεις τα πάντα – στο σύνολό του, το «Ιερό αγόρι» αποκτά μια τουλάχιστον ενδιαφέρουσα όψη εξαιτίας του σκηνοθετικού χειρισμού της νοσηρότητας των καταστάσεων.
Οι επανεκδόσεις
«Blow up» (Αγγλία / Ιταλία / ΗΠΑ, 1966). «Μα τι είδες σ’ εκείνο το πάρκο;», ρωτά ο φίλος του φωτογράφου Τόμας (Ντέιβιντ Χέμινγκς) σε κάποια σκηνή της ταινίας του Μικελάντζελο Αντονιόνι. Η απάντηση είναι αυτό που κινεί όλη την ιστορία της κλασικής αυτής ταινίας που μέσα από μια αρχετυπική (αν και ειπωμένη με πολύ ιδιαίτερο, αβανγκάρντ τρόπο) «αστυνομική αφήγηση» – ένας φωτογράφος φωτογραφίζει άθελά του μια δολοφονία σε ένα πάρκο – έγινε η ταινία που απεικόνισε αντιπροσωπευτικότερα από κάθε άλλη την εξαλλοσύνη της μόδας, της μουσικής σκηνής και γενικότερα της ποπ κουλτούρας στο Λονδίνο της δεκαετίας του 1960.
Ο Αντονιόνι παίζει με πολλά είδη σινεμά, ακόμα και με το νουάρ, καθώς η Βανέσα Ρεντγκρέιβ, με το παγωμένο, πανέμορφο πρόσωπό της, στην ουσία είναι μια femme fatale. Ενα must με όλη τη σημασία της λέξης και η μόνη ταινία του Αντονιόνι που τον οδήγησε για πρώτη και τελευταία φορά στις υποψηφιότητες των Οσκαρ. Το σενάριο είναι του ιδίου, του Τονίνο Γκουέρα και του Εντουαρντ Μποντ – αν και ελάχιστοι γνωρίζουν ότι είναι εμπνευσμένο από το διήγημα «Las babas del diablo» του Χούλιο Κορτάσαρ.
«SΟS Πεντάγωνο καλεί Μόσχα» (Dr Strangelove or: How Ι Learned to Stop Worrying and Love the Bomb, Αγγλία / ΗΠΑ, 1964). Οταν ο φανατικά αντικομμουνιστής διοικητής μιας αμερικανικής αεροπορικής βάσης (Στέρλινγκ Χέιντεν) αποφασίζει ότι ο πόλεμος είναι πολύ σημαντική υπόθεση για να μείνει στα χέρια άτολμων πολιτικών, στέλνει βομβαρδιστικά Β-52 της δικαιοδοσίας του, προκειμένου να βομβαρδίσουν με πυρηνικούς πυραύλους συγκεκριμένους στρατηγικούς στόχους της Σοβιετικής Ενωσης. Για την επίλυση του προβλήματος θα κληθεί έκτακτο πολεμικό συμβούλιο και μια προσπάθεια επικοινωνίας των ΗΠΑ με τη Σοβιετική Ενωση, ώστε να αποτραπεί ο επικείμενος πυρηνικός πόλεμος. Λίγο ό,τι και να ειπωθεί για τη σημαντικότερη αντιπολεμική σάτιρα όλων των εποχών με τη σφραγίδα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ και με τον υπέροχο Πίτερ Σέλερς σε τρεις ρόλους – ένας εκ των οποίων του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Η σκηνή της τηλεφωνικής συνομιλίας του με τον ρώσο ομόλογό του είναι ανθολογίας, ενώ η μείξη τραγικού και κωμικού σε αυτή την ταινία είναι πραγματικά ανεπανάληπτη. Ο Κιούμπρικ ήταν υποψήφιος σε τρεις κατηγορίες Οσκαρ, ως παραγωγός για το καλύτερης ταινίας, ως σκηνοθέτης και ως σεναριογράφος (μαζί με τους Τέρι Σάουδερν και Πίτερ Τζορτζ). Υποψήφιος για το πρώτου ανδρικού ρόλου ήταν και ο (ανεπανάληπτος) Σέλερς. Ωστόσο η ταινία δεν κέρδισε πουθενά. Κέρδισε όμως μια θέση στην Ιστορία!
«Οι άλλοι» (The others, ΗΠΑ / Γαλλία / Ισπανία, 2001). Υπάρχουν ταινίες για τις οποίες επιθυμείς πολύ να μιλήσεις αλλά δεν πρέπει να το κάνεις γιατί μία λέξη παραπάνω μπορεί να χαλάσει τη μεγάλη έκπληξη που φυλάσσεται προσεκτικά. Ο κριτικός οφείλει να τις προστατεύσει, προστατεύοντας έτσι την υπέροχη γλύκα των πρωτογενών αισθημάτων του θεατή, αισθημάτων που προκαλούνται μόνο από την εικόνα, όπως συμβαίνει με την πρώτη αγγλόφωνη απόπειρα του ισπανού σκηνοθέτη Αλεχάντρο Αμεναμπάρ. Μια ταινία που θαρρείς δικαιωματικά ότι απαιτεί από τον θεατή να τη δει γνωρίζοντας όσο το δυνατόν λιγότερα για αυτή. Βεβαίως, το ότι είναι μια ταινία μεταφυσικού τρόμου και το ότι έχει βασιστεί σε ένα γνωστό μυθιστόρημα, το «Στρίψιμο της βίδας» του Χένρι Τζέιμς, δεν είναι μυστικά, όπως μυστική δεν είναι η ύπαρξη της ομότιτλης ταινίας του Τζακ Κλέιτον, παραγωγής 1960. Η ταινία του Αμεναμπάρ δεν ανήκει σε εκείνες που αναζητούν με όρεξη το αίμα έτσι ώστε ο θεατής, σε απόγνωση, να κλείσει τα μάτια ή να πνίξει την κραυγή του. Το μεγάλο επίτευγμα του σκηνοθέτη είναι ότι σε παρασύρει τόσο έξυπνα στον κόσμο της ιστορίας του, που όταν τελικά καταλαβαίνεις πού ακριβώς βρίσκεσαι, είναι πλέον πολύ αργά για να κάνεις πίσω.
«Σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες» (Sex, lies and videotapes, ΗΠΑ, 1989). Η ταινία του Στίβεν Σόντερμπεργκ που κατέκτησε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών το 1989 – με πρόεδρο της κριτικής επιτροπής τον Βιμ Βέντερς – είναι ένα παράξενο δράμα δωματίου, με τέσσερις νεαρούς σε ηλικία ήρωες, που τους βλέπουμε μαζί όταν ένας από αυτούς, ο Γκρέιαμ (ο Τζέιμς Σπέιντερ κέρδισε το βραβείο Καλύτερου Ηθοποιού στις Κάννες), επιστρέφει στην πόλη όπου μεγάλωσε. Ο Γκρέιαμ με έναν πολύ περίεργο τρόπο θα συνδεθεί με τις ζωές του εγωκεντρικού νάρκισσου Τζον (Πίτερ Γκάλαχερ), της συζύγου του Αν (Αντι Μακντάουελ) και της σέξι αδερφής της Σίνθια (Λόρα Σαν Τζιάκομο). Ενας προς έναν, ο καθένας παρασύρεται στο ίδιο «προσωπικό πρότζεκτ» στο οποίο εργάζεται ο Γκρέιαμ και οι σχέσεις μεταξύ τους θα αλλάξουν για πάντα. Αποτελούμενη από μακράς διάρκειας σκηνές λόγου, η ταινία σε βάζει μέσα στην καρδιά ενός σαγηνευτικού ανθρώπινου δράματος όπου το ίδιο το σινεμά έχει τον τελευταίο λόγο. Η ταινία σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα (κυρίως με την ειλικρίνειά της), αλλά δεν μπορείς παρά να την παρακολουθήσεις. Επίσης, είναι μια ιστορική ταινία καθώς συνέβαλε στην ανάπτυξη του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου στη δεκαετία του 1990.
Διαβάστε Περισσότερα στην ΠΗΓΗ:Read More

Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα.
Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές.
Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.
