Σύμφωνα με δημοσίευμα από tanea.gr

Θα είχε σχεδόν στοιχηματικό ενδιαφέρον αν επισκέφθηκε κανείς ένα αιγαιοπελαγίτικο πανηγύρι τα τελευταία χρόνια και δεν άκουσε την ώρα της απόλυτης κορύφωσης το περίφημο «Γλέντι» του Νίκου Οικονομίδη. Είναι το τραγούδι 20 ετών που ακουγόταν στα νησιώτικα πανηγύρια, αλλά όσοι ζούμε στην Αθήνα γνωρίσαμε την ξεσηκωτική του δύναμη στις μουσικές σκηνές και στις συναυλίες – το απόλυτο πέρασμα από τη διονυσιακή χαρά στη συλλογική μέθεξη – τα τελευταία χρόνια.

Αυτή η στιγμιαία έκρηξη στο πανηγύρι δεν είναι μεμονωμένο γεγονός. Αντιθέτως, αποτελεί την πιο ορατή κορυφή ενός βαθύτερου παγόβουνου: το αδιάκοπο κύμα των νέων που κατακλύζει τα πανηγύρια και η ορμητική στροφή τους προς το παραδοσιακό τραγούδι. Η σύντομη καταγραφή της όμορφης τάσης δείχνει πως δεν πρόκειται για μια εφήμερη μόδα, αλλά για μια ειλικρινή, σχεδόν θεραπευτική ανάγκη για επιστροφή στις ρίζες.

Πολλές φορές και σε διάφορες χρονικές περιόδους η παραδοσιακή μουσική παραμορφώθηκε, εγκλωβισμένη ανάμεσα σε φολκλορικές αναπαραστάσεις και στα «νεοδημοτικά» σουβενίρ της νύχτας. Σήμερα, όμως, το δημοτικό τραγούδι ξαναβρίσκει το σώμα του, γίνεται ξανά ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται, μια κοινή γλώσσα που μας ενώνει και μας θυμίζει ποιοι είμαστε.

Μακριά από την αισθητική των νυχτερινών μαγαζιών, μια νέα φουρνιά μουσικών – παιδιά με σπουδές, γνώση αλλά και βαθύ σεβασμό στις πρωτογενείς πηγές – ψάχνει την ουσία πίσω από τη βιτρίνα. Δεν βλέπουν την παράδοση σαν ένα προϊόν προς κατανάλωση, αλλά σαν μια τελετουργία. Στο γλέντι και στον κύκλο του χορού αναζητούν το «εμείς».

ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΘΥΓΑΤΕΡΕΣ. Σε αυτή τη συνειδητή στροφή προς τις αυθεντικές μας πηγές, το γυναικείο φωνητικό σύνολο Θυγατέρες – δημιουργία δυο εξαίρετων καλλιτεχνών, του ουτίστα και συνθέτη Θωμά Κωνσταντίνου και της ηθοποιού Δήμητρας Στογιάννη – αποτελεί ένα από τα πιο ξεχωριστά παραδείγματα. Ο Θωμάς Κωνσταντίνου ανατρέχει στη στιγμή της δημιουργίας του φωνητικού συνόλου. Ολα άρχισαν όταν άκουγε παλιές ηχογραφήσεις των αδερφών Καραμπεσίνη από τη δεκαετία του ’50. Η αφορμή δόθηκε όταν είδε σε μια παράσταση δύο δίδυμες αδερφές, την Αθανασία και τη Βασιλική Σπανού, να τραγουδούν μαζί. Η εικόνα αυτή τον παρέπεμψε αμέσως στις Καραμπεσίνη, ενώ ενθουσιάστηκε από τον τρόπο που απέδιδαν τα τραγούδια ταυτόχρονα. «Αυτό που έκαναν οι Καραμπεσίνη τη δεκαετία του ’50 ήταν στην ουσία αυτό που αργότερα στην παγκόσμια δισκογραφία καθιέρωσαν οι Beatles ως double tracking – αυτό που έκανε ο John Lennon με τη φωνή του». Οπως εξήγησε, πρόκειται για μια τεχνική που «δίνει στη μελωδία ένα άκουσμα αρχέγονο αλλά ταυτόχρονα και εξαιρετικά φινετσάτο».

Αναφερόμενος στα υπόλοιπα μέλη του σχήματος, σημείωσε πως γνώριζε ήδη τις περισσότερες κοπέλες. Ξεχώρισε τη Δέσποινα Ιεραπετρίτη, η οποία του θύμιζε την Ειρήνη Κονιτοπούλου, διευκρινίζοντας πως «δεν είναι ο ήχος της φωνής της που μου θύμιζε την Ειρήνη Κονιτοπούλου, αλλά το ήθος στον τρόπο που τραγουδούσε». Η ομάδα ολοκληρώθηκε με την Κωνσταντίνα Πάτση και τη Φρειδερίκη Χρήστου. Τα δύο αδέρφια, όπως ανέφερε, προέρχονται από μια πολύτεκνη οικογένεια με βαθιά μουσική παιδεία και σπουδές στη βυζαντινή μουσική.

Στη σχέση της παραδοσιακής μουσικής με το ήθος, ο Θ. Κωνσταντίνου παρατηρεί την ετυμολογική και ουσιαστική τους συγγένεια, δηλώνοντας πως «το ήθος είναι και το έθος, δηλαδή η συνήθεια». Σχολιάζοντας τη σύγχρονη αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τα πανηγύρια, εξηγεί πως, παρόλο που ορισμένοι το προσεγγίζουν επιφανειακά ή με όρους μόδας, το συνολικό πρόσημο παραμένει θετικό. Το δικό τους πρότζεκτ έχει ως στόχο να διατηρήσουν μια τρυφερή ματιά απέναντι στο δημοτικό τραγούδι και μια διάθεση πάντα ενωτική.

Αναζητώντας τους λόγους αυτής της μαζικής επιστροφής στις ρίζες, υποστήριξε ότι η ανάγκη είναι βαθιά υπαρξιακή. Οπως είπε χαρακτηριστικά, «η ψυχή δεν διαμαρτύρεται χωρίς λόγο· ο άνθρωπος πάει εκεί που παίρνει απαντήσεις». Συμπλήρωσε μάλιστα πως «δεν έχει να κάνει με την κατανάλωση ενός προϊόντος καλλιτεχνικού που θα διαρκέσει δύο ώρες, αλλά με τον κύκλο της ζωής στον οποίο εντάσσεται αυτό, όπως το πανηγύρι», όπου ο κόσμος ψάχνει το σμίξιμο, την κοινότητα και το ταίριασμα των ψυχών. Αναφερόμενος στα όρια μεταξύ της αυθεντικής διασκέδασης και της υπερβολής στα πανηγύρια, ξεκαθάρισε πως υπάρχουν διοργανώσεις διαφορετικών ταχυτήτων. Στάθηκε επικριτικά απέναντι στις εμπορευματοποιημένες εκδηλώσεις που εξυπηρετούν το «εγώ» και όχι το «εμείς», ενώ αντιθέτως εξήρε τα παραδοσιακά πανηγύρια που διατηρούν την αισθητική τους.

Μιλώντας για το μέλλον της παράδοσης, ο Θωμάς Κωνσταντίνου εξέφρασε τον φόβο του για το ενδεχόμενο να χαθούν η πρόθεση και η ταυτότητα. Αιτιολογώντας την απόφασή του να μην εμφανίζεται ο ίδιος στη σκηνή παίζοντας κάποιο όργανο μαζί με το σχήμα, τόνισε πως «το να βάλεις ένα όργανο για να δείξεις το εγώ σου δεν χωράει σε ένα τέτοιο εγχείρημα», συμπληρώνοντας πως στόχος τους δεν είναι η αυτοπροβολή αλλά «να ωφελήσουμε και να δώσουμε ένα καλό παράδειγμα».

Η Δήμητρα Στογιάννη, εξηγώντας την εμπλοκή της στις Θυγατέρες, επισημαίνει πως «όταν ένας τραγουδιστής βγαίνει να ερμηνεύσει στη σκηνή, δεν αρκεί μόνο η καλή φωνή. Καλή φωνή έχουν πολλοί. Χρειάζεται να έχει την ικανότητα να μεταδώσει όλο το vibe του κάθε τραγουδιού. Την ατμόσφαιρα που φέρει η κάθε ιστορία. Αυτό που λέμε στο θέατρο, να φτάσουν ο λόγος και ο ρόλος στον τελευταίο θεατή. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για πανηγύρι, όπου ο τραγουδιστής με την ορχήστρα καλούνται να ξεσηκώσουν το πλήθος των χορευτών και να ζεστάνουν τις ψυχές τους μ’ έναν τρόπο αρχέγονο και ουσιαστικό. Αυτό καλούμαι να κάνω εγώ σ’ αυτό το πρότζεκτ. Να ενεργοποιήσω αυτή την καλλιτεχνική φλόγα που έτσι κι αλλιώς υπάρχει μέσα στα συγκεκριμένα κορίτσια, να βγάλουν από μέσα τους τη δύναμη που φυλάσσουν κι όλη αυτή την ενέργεια που χρειάζεται, καθώς και να βγάλουν από τα βάθη της γης τη ρίζα της παράδοσης και να τη διοχετεύσουν με την ίδια αυθεντικότητα στον σύγχρονο άνθρωπο».

ΟΙ ΘΥΓΑΤΕΡΕΣ

Δέσποινα Ιεραπετρίτη

Επέλεξα συνειδητά την παράδοση, όταν είχε ήδη γίνει κομμάτι της καρδιάς μου και της ταυτότητάς μου. Μεγάλωσα με τέτοια βιώματα, περιμένοντας με ανυπομονησία τα γλέντια των μεγάλων, το κέφι της παρέας, τις συναντήσεις της ευρύτερης οικογένειας. Μέσα στον χορό ερωτεύτηκα, μέσα από το τραγούδι χαίρομαι, συγκινούμαι και παρηγοριέμαι. Με νανουρίσματα αποκοιμίζω τις μικρές μου αδερφές και με μοιρολόγια αποχαιρέτησα τον παππού μου στο νοσοκομείο. Η παράδοση δεν γνωρίζει όρια, ούτε χρονικά ούτε χωρικά. Μεταμορφώνεται, εξελίσσεται και συνεχίζει να αναπνέει μέσα στους ανθρώπους και να τους ενώνει. Οποιος κρατά ανοιχτές τις αισθήσεις και την ψυχή του, θα τη γευτεί και θα μαγευτεί από αυτήν.

Κωνσταντίνα Πάτση

Δεν ήταν μια συνειδητή επιλογή από την πρώτη στιγμή· ήταν ένα συναίσθημα που μεγάλωνε όσο τη γνώριζα. Μέσα από την παράδοση βρήκα έναν τρόπο να συνδεθώ με τις ρίζες, την ιστορία και τους ανθρώπους του τόπου μας. Αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι ότι, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, συνεχίζει να μας ενώνει και να κρατά ζωντανές τις αξίες και τη μνήμη μας. Είναι μια σιωπηλή υπενθύμιση του ποιοι είμαστε και τι αξίζει να διατηρήσουμε.

Αθανασία και Βασιλική Σπανού

Η παράδοση μας βρήκε πολύ πριν τη βρούμε εμείς… Επιλέξαμε να την κρατήσουμε στη ζωή μας και πλέον αποτελεί το μεγαλύτερο κομμάτι της. Καθώς η καταγωγή μας είναι από τα Μεσόγεια, η μητέρα μας μάς προέτρεψε να ξεκινήσουμε μαθήματα παραδοσιακών χορών στο Λύκειο Ελληνίδων Παιανίας, όπου γνωρίσαμε την Ελλάδα μέσα από τη μουσική, τους χορούς, τα τραγούδια και τα έθιμά της. Αυτό που μας συγκινεί είναι ότι όλα αυτά δένουν όμορφα και ευλαβικά με το θρησκευτικό στοιχείο που έχει διαμορφώσει τον λαό μας και εμάς ως άτομα.

Φρειδερίκη Χρήστου

Επέλεξα την παράδοση γιατί είναι οι ρίζες μας, η μνήμη και η ταυτότητά μας. Είναι κάτι που πηγάζει από μέσα μου, αφού τα πρώτα ακούσματα και οι πρώτες νότες που τραγούδησα ήταν ένα ηπειρώτικο παραδοσιακό τραγούδι. Με συγκινεί ιδιαίτερα που όλο και περισσότεροι νέοι αγκαλιάζουν την παράδοση, κρατώντας τη ζωντανή και μεταφέροντάς τη στις επόμενες γενιές.

Οι βιολάτορες των νησιών

Γιάννης Σιφναίος Πάρος, 20 χρονών

«Είμαστε ένας κρίκος που οφείλει να σέβεται τους πεθαμένους και τους αγέννητους»

Κατάγομαι από την Πάρο και από τους τέσσερις παππούδες μου. Μεγάλωσα μέσα σε μια οικογένεια όπου η μουσική ήταν καθημερινότητα. Η θεία μου, η Κυριακή Σπανού, είναι τραγουδίστρια – παντρεμένη με τον Νίκο Οικονομίδη που είναι από τη Σχοινούσα και στον οποίο οφείλω τα πάντα –, ενώ από την πλευρά του πατέρα μου ξεχώριζε ο αδερφός της γιαγιάς μου, ο Βασίλης Σκαραμαγκάς. Ηταν ένας αληθινός καλλιτέχνης, διάνοια: έπαιζε τσαμπούνα και φλογέρα, τραγουδούσε, αγιογραφούσε, έκανε γλυπτά από μάρμαρο και στα γλέντια όπου έπαιζε έλεγαν πως «έσκιζαν τα πουκάμισα» από το κέφι.

Από μικρός είχα πολλές προσλαμβάνουσες. Οι δύο παππούδες μου, ο Γιάννης και ο Πέτρος, ήταν από τους μεγαλύτερους μερακλήδες και χορευτές στο νησί. Ολες οι λύπες και οι χαρές της οικογένειάς μας περνούσαν μέσα από τα βιολιά και τα λαούτα. Θυμάμαι ακόμα τη γιαγιά μου, λίγο πριν φύγει από τη ζωή, να τραγουδάει μέσα στο δωμάτιό της. Αυτές οι εικόνες χαράχτηκαν ανεξίτηλα μέσα μου.

Στα οκτώ μου χρόνια ξεκίνησα βιολί στο Δημοτικό Ωδείο της Πάρου. Εκανα κλασική παιδεία, έφτασα μέχρι την πρώτη ανωτέρα και προχώρησα πολύ τα θεωρητικά. Μετά ήρθαν οι Πανελλαδικές, τα σταμάτησα όλα για να διαβάσω και τελικά πέρασα στη Φυσικοθεραπεία. Αν και η επιστήμη μου δεν έχει σχέση με τη μουσική, το παραδοσιακό βιολί δεν το άφησα ποτέ. Οταν ήμουν στο σχολείο, τα πράγματα στην Πάρο ήταν δύσκολα για κάποιον που έπαιζε παραδοσιακά. Οι συμμαθητές μου σχεδόν με κορόιδευαν, γιατί στο νησί μας η παράδοση είχε παραμεριστεί από άλλα πράγματα. Νιώθεις λίγο στο περιθώριο τότε. Ομως τα τελευταία χρόνια αυτό άλλαξε. Η παραδοσιακή μουσική έγινε πάλι τάση και οι ίδιοι άνθρωποι που παλιά με περιθωριοποιούσαν, τώρα με εκτιμούν. Νιώθω περήφανος αν μπορώ να γίνω η αφορμή για να ξεκινήσει κι ένα άλλο νέο παιδί να ασχολείται με τις ρίζες του.

Δεν παίζω παραδοσιακά μόνο από χρέος, αλλά είναι αλήθεια πως το βλέπω και λίγο ρομαντικά. Δεν μου αρέσει ο γρήγορος τρόπος διασκέδασης που έχει επικρατήσει στα δήθεν πανηγύρια – η επίδειξη, τα ποτά και οι φιγούρες. Για μένα η παράδοση είναι μια πολιτιστική συνέχεια που οφείλουμε να διατηρήσουμε.

Οπως μου έχει πει και ο θείος μου ο Νίκος, είμαστε ένας κρίκος που οφείλει να σέβεται τους πεθαμένους και τους αγέννητους. Τους πεθαμένους, για να δείχνουμε με τη μουσική μας ότι τιμάμε αυτό που παραλάβαμε χωρίς να το προσβάλλουμε. Και τους αγέννητους, γιατί δεν φταίνε σε τίποτα οι επόμενες γενιές να μεγαλώσουν χωρίς να γνωρίζουν την παράδοσή τους.

Εκτός από τις δουλειές που κάνω με τον θείο μου τον Νίκο και τη θεία μου, έχω κι ένα δικό μου σχήμα – με βιολί και σαντούρι – και επιλέγουμε πολύ προσεκτικά πού θα παίξουμε.

Για μένα, τα πανηγύρια στην Αστυπάλαια είναι μια αληθινή ιεροτελεστία. Στις 26 Ιουλίου, στον Αγιο Παντελεήμονα – ένα εκκλησάκι μέσα στα κατσάβραχα, στη μέση του πουθενά –, πηγαίνουμε, ακούμε τον εσπερινό και μετά παίζουμε μέχρι να ανατείλει ο ήλιος. Το πιο συγκινητικό είναι στο τέλος: μαζευόμαστε οι νέοι, καθόμαστε οκλαδόν στο προαύλιο της εκκλησίας και τραγουδάμε όλοι μαζί τα ντόπια κομμάτια.

Το ίδιο ζούμε και στις 28 Αυγούστου στον Αϊ-Γιάννη τον Μακρύ. Εκεί, την ώρα που ξημερώνει, βάζουμε το «Κάστρο της Αστυπάλαιας» και το τραγουδάμε όλοι μαζί. Αυτές οι στιγμές είναι που με γεμίζουν και μου θυμίζουν γιατί διάλεξα αυτόν τον δρόμο.

Φίλιππος Πατριάρχης 28 ετών

«Η παραδοσιακή μουσική δεν είναι παρτιτούρα, είναι βίωμα του τόπου σου»

Η πρώτη μου επιλογή στη ζωή δεν ήταν η μουσική. Μέχρι τα 23 μου δούλευα ως σομελιέ στην Αθήνα, ενώ έζησα και δύο χρόνια στο Λονδίνο. Με τη μουσική ασχολούμουν καθαρά ερασιτεχνικά, για την παρέα, τους φίλους και για κανένα απλό πανηγυράκι στη Σίφνο, τον τόπο καταγωγής μου. Στα 14 με 15 μου έπιασα για πρώτη φορά βιολί στα χέρια μου, εντελώς μόνος μου. Δεν είχα κάποιον μουσικό στην οικογένεια, αλλά στο νησί μας η παράδοση παίζεται με τη «ζυγιά» (βιολί και λαούτο). Μεγαλώνοντας σε ένα παραδοσιακό σπίτι, ο πατέρας μου με πήγαινε από μικρό σε πανηγύρια και γάμους. Δύο κολλητοί μου έμαθαν λαούτο κι επειδή ήθελα να παίζω μαζί τους αναζήτησα βιολί – βρήκα μάλιστα ένα παρατημένο στο σπίτι, που είχε αφήσει ο μεγαλύτερος αδερφός μου. Το κούρδισα μόνος μου, ξεκίνησα να σημαδεύω νότες με το αφτί και σιγά σιγά έμαθα. Η παραδοσιακή μουσική εξάλλου μόνο έτσι μαθαίνεται· δεν είναι μια παρτιτούρα ή μια άσκηση κλασικού βιολιού, απαιτεί οξεία ακοή και αντίληψη.

Οταν δούλευα στο εξωτερικό, η μουσική είχε βγει σχεδόν τελείως από τη ζωή μου. Η μεγάλη στροφή έγινε τυχαία το 2020, με το lockdown του κορωνοϊού. Επέστρεψα στην Ελλάδα για να μη μείνω αποκλεισμένος έξω και εγκαταστάθηκα για δύο χρόνια στη Σίφνο. Επειδή στο νησί δεν είχαμε πολλά να κάνουμε τότε, μαζευόμασταν με παρέες και παίζαμε συνέχεια. Εκεί ξαναβρήκα τον δρόμο μου.

Αυτό που με συγκινεί στην παραδοσιακή μουσική είναι τα βιώματα. Θυμάμαι από παιδί να παντρεύονται ζευγάρια στη Σίφνο, τα βιολιά να παίζουν έξω από τις πόρτες και οι συγγενείς να λένε μαντινάδες με δάκρυα στα μάτια. Οταν τραγουδάω σκοπούς του τόπου μου, όπως τον «Αρτέμη», ή κομμάτια από την Αμοργό, τη Νάξο και τα Δωδεκάνησα, νιώθω έναν παλμό που συγχρονίζεται με την καρδιά.

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια ξεκάθαρη στροφή της κοινωνίας και της νεολαίας προς το πανηγύρι. Πριν από 20 χρόνια η μόδα ήταν τα κλαμπ και τα μπουζούκια. Σήμερα ο κόσμος αναζητά έναν πιο αυθεντικό τρόπο διασκέδασης.

Βέβαια, υπάρχουν δύο «ταχύτητες» πανηγυριών. Στη Σίφνο, για παράδειγμα, γίνονται ίσως τα πιο αυθεντικά πανηγύρια στην Ελλάδα: γίνονται μόνο σε ξωκκλήσια, μετά τον εσπερινό, με παραδοσιακό φαγητό στις τράπεζες, χωρίς μικρόφωνα και ηχεία, όπου οργανοπαίκτες και κόσμος γίνονται μια παρέα. Από την άλλη, υπάρχουν και πανηγύρια που γίνονται για την επίδειξη, τον χρηματισμό των οργάνων και το «πρώτο τραπέζι». Η ουσία όμως είναι η μουσική να σε κάνει να ερωτευτείς και να νιώσεις την ενέργειά της, όχι να ικανοποιήσει το «εγώ» κανενός.

Τεράστιο ρόλο παίζουν πλέον και τα social media. Πολλοί πηγαίνουν σε ένα γλέντι απλά για να βγάλουν ένα story και να δείξουν ότι ήταν εκεί, ενώ παράλληλα υπάρχουν εξαιρετικοί μουσικοί που παίζουν σε εκπληκτικά πανηγύρια αλλά παραμένουν στην αφάνεια επειδή δεν προβάλλονται στο Instagram. Ως μουσικό, η υπερβολική χρήση των κινητών με περιορίζει. Οταν βλέπω δέκα τηλέφωνα μπροστά στο πρόσωπό μου να καταγράφουν τα πάντα, νιώθω σαν σε κλουβί και προσέχω μην κάνω το παραμικρό λάθος. Αντίθετα, όταν ο κόσμος απλά χορεύει και διασκεδάζει, παίζω πολύ πιο αυθόρμητα και ελεύθερα.

Νίκος Οικονομίδης Σχοινούσα

«Στην παραδοσιακή μουσική δεν υπηρετείς το εγώ, αλλά είσαι λειτουργός»

Θυμάμαι μια ιστορία που μου έλεγε η Μαρίζα Κωχ από ένα ταξίδι της στην Ινδία. Ενας σοφός γέροντας ζήτησε να τη δει πριν από τη συναυλία. Οταν την αντίκρισε, νέα και πανέμορφη, γύρισε κι έφυγε απογοητευμένος: «Μου είπαν πως θα ακούσω τη μεγαλύτερη φωνή της Ελλάδας. Πώς είναι δυνατόν, αφού δεν είναι καν 45 χρονών;». Αυτό εκφράζει απόλυτα την παράδοση. Εχει κανόνες και σύμβολα αιώνων. Γι’ αυτό και οι μεγάλοι δάσκαλοι – όπως ο Αηδονίδης ή ο Ψαραντώνης – είχαν άσπρα μαλλιά. Τώρα που άρχισα να ασπρίζω κι εγώ, νιώθω πως ο κόσμος με παίρνει πιο σοβαρά! Οταν έγραψα το «Γλέντι» το 2006, έγινε αμέσως η κορυφαία στιγμή στα νησιώτικα γλέντια. Με τα χρόνια όμως πήρε γεωμετρική πρόοδο, έγινε πανελλήνιο, το τραγούδησαν καλλιτέχνες από το έντεχνο και το αγάπησε όλη η Ελλάδα. Δεν έγινε τυχαία. Εχει μαθηματικά: έναν ρυθμό (συρτό) που μπορεί να χορέψει κάθε Ελληνας και έναν απλό στίχο γεμάτο θετική ενέργεια, που σε κάνει να ξεχνάς τα βάσανα.

Πολλοί νομίζουν πως είναι παλιό, παραδοσιακό τραγούδι και δεν πιστεύουν καν ότι το έγραψα εγώ. Αυτό είναι η μεγαλύτερη τιμή για μένα.

Τα τελευταία χρόνια η παράδοση έγινε μόδα, αλλά πίσω από αυτό υπάρχει η βαθιά ανάγκη των νέων να βρουν τις ρίζες τους. Στην παραδοσιακή μουσική υπάρχει ψυχαγωγία και αλήθεια. Δεν σε ποτίζουν «μπόμπες» ούτε σου πουλάνε δήθεν διασκέδαση. Το δημοτικό τραγούδι έχει ευγένεια και λεβεντιά – ακόμα και τα πιο μελαγχολικά μας κομμάτια, όπως το «Τζιβαέρι» ή τα ηπειρώτικα μοιρολόγια, αν τα πεις παραδοσιακά, δεν «κλαίνε σαν τα σκυλιά».

Οταν με ρωτούν νέοι μουσικοί, τους λέω τρία πράγματα: ταπεινότητα, σεβασμός και μελέτη από την πηγή. Πρέπει να νιώσουν σαν λειτουργοί που υπηρετούν έναν ναό. Στην παραδοσιακή μουσική δεν βάζεις τον ναρκισσισμό σου. Στα εμπορικά σχήματα, όταν πεθάνει ο «σταρ», δεν μένει τίποτα πίσω. Στην παράδοση, όμως, παίρνεις τη σκυτάλη από τους παλιούς για να μεταφέρεις σοφία αιώνων.

Οταν παίζω μια παλιά μαντινάδα της Αμοργού, τη «Γιαλίτισσα», και βλέπω τον κόσμο να παραληρεί σε έναν αργό σκοπό, καταλαβαίνω τη δύναμή της. Δεν είναι ένα απλό τραγουδάκι· κουβαλάει τα συναισθήματα και την αλήθεια μεγάλων ψυχών που έζησαν πριν από εμάς.

Διαβάστε Περισσότερα στην ΠΗΓΗ:Read More

Share.

Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα. Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές. Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.

Leave A Reply

Exit mobile version