Ρομάννα κάτ’ θα λέω σε, τέρεν καλά τα χτήνα̤! Οι γυναίκες στα παρχάρια του Πόντου μέσα από την πένα του Γιώργου Κωνσταντινίδη

Ένα από τα πιο γνωστά παραδοσιακά δίστιχα του Πόντου είναι αφιερωμένο στις Ρομμάνες, τις γυναίκες που περνούσαν τους καλοκαιρινούς μήνες στα παρχάρια, φροντίζοντας τα κοπάδια και παράγοντας τα πολύτιμα γαλακτοκομικά προϊόντα που θα στήριζαν το νοικοκυριό κατά τον δύσκολο χειμώνα.

«Ρομμάνες πάτεν ΄ς σον Παρχάρ, καλά δουλείας ποίστεν!
Όντες τρώτεν τ’ αθόγαλαν το μερτικό μου αφήστεν»

Το λαϊκό αυτό δίστιχο αποτυπώνει με χιούμορ και τρυφερότητα τον ρόλο των γυναικών στα ορεινά βοσκοτόπια του Πόντου. Πώς όμως βλέπει τη Ρομάννα ένας σύγχρονος Πόντιος ποιητής;

Την απάντηση δίνει ο Γιώργος Κωνσταντινίδης μέσα από το εκτενές ποίημά του «Ρομάννα», το οποίο έγραψε στην Καλαμαριά το 2018 και αποτελεί έναν ύμνο στις γυναίκες των παρχαριών, στις γυναίκες που κράτησαν ζωντανή την οικονομία, την οικογένεια και την κοινωνική ζωή των ορεινών κοινοτήτων του Πόντου.

Στο ποίημα, η Ρομάννα παρουσιάζεται ως η ψυχή του παρχαριού. Είναι εκείνη που αρμέγει τις αγελάδες, φτιάχνει μυζήθρα, βούτυρο, τυριά, περέκ και σιρόν. Είναι η γυναίκα που εργάζεται ακατάπαυστα, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί σημείο αναφοράς για τη νεολαία που ανεβαίνει στα παρχάρια για τα γλέντια, τα τραγούδια και τα παρακάθια.

Ο ποιητής και γνωστός για τα σκιτσογραφικά του αριστουργήματα, τα οποία έχουν εκδοθεί από τις Εκδόσεις “Ινφογνώμων” δεν περιορίζεται στην περιγραφή της καθημερινής εργασίας. Απευθύνεται προσωπικά στη Ρομάννα, προτρέποντάς την να μην αφήσει τη ζωή να περάσει μόνο μέσα από τις υποχρεώσεις και τον μόχθο. Της μιλά για τον έρωτα, τη συντροφικότητα, τη δημιουργία οικογένειας και τη χαρά της ζωής.

Οι εικόνες που χρησιμοποιεί είναι χαρακτηριστικές του ποντιακού κόσμου. Τα έλατα, τα σύννεφα, τα πουλιά, οι κορυφές των παρχαριών, τα τραγούδια των νέων και οι ήχοι της κεμεντζές συνθέτουν ένα αυθεντικό τοπίο της ποντιακής υπαίθρου. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η Ρομάννα δεν είναι απλώς μια βοσκοπούλα ή μια εργάτρια της κτηνοτροφίας. Είναι σύμβολο ζωής, δημιουργίας και συνέχειας του γένους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο Κωνσταντινίδης αναδεικνύει και τη συναισθηματική πλευρά αυτών των γυναικών. Πίσω από το άρμεγμα, το βούτυρο και τις καθημερινές φροντίδες κρύβεται μια καρδιά που αγαπά, ονειρεύεται και αναζητά συντροφιά. Ο ποιητής καλεί τη Ρομάννα να ανοίξει την καρδιά της, να χαρεί τη νιότη της και να μην αφήσει τη μοναξιά να κυριαρχήσει στη ζωή της.

Το ποίημα λειτουργεί ταυτόχρονα ως λαογραφική καταγραφή και ως λογοτεχνικός φόρος τιμής στις γυναίκες του Πόντου. Μέσα από την ποντιακή διάλεκτο, τις αυθεντικές λέξεις της κτηνοτροφικής ζωής και τις αναφορές στα παρχάρια, διασώζεται ένας ολόκληρος κόσμος που σημάδεψε την ιστορία και τον πολιτισμό του ποντιακού ελληνισμού.

Οι Ρομμάνες υπήρξαν βασικός πυλώνας της ποντιακής κοινωνίας. Στα χέρια τους βρισκόταν η παραγωγή των γαλακτοκομικών προϊόντων, η φροντίδα των κοπαδιών και η καθημερινή επιβίωση των οικογενειών στα βουνά του Πόντου. Το ποίημα του Γιώργου Κωνσταντινίδη έρχεται να θυμίσει ότι πίσω από αυτή την προσφορά υπήρχαν γυναίκες με όνειρα, συναισθήματα και προσωπικές επιθυμίες.

Έτσι, από το παραδοσιακό δίστιχο που ζητά ένα μερίδιο από το αθόγαλο έως τη λυρική ματιά του Κωνσταντινίδη, η Ρομάννα παραμένει μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της ποντιακής παράδοσης, σύμβολο μόχθου, ομορφιάς και ζωής στα παρχάρια του ιστορικού Πόντου.

Το ποίημα του Γεωργίου Κωνσταντινίδη

Ρομάννα κάτ’ θα λέω σε, τέρεν καλά τα χτήνα̤,
ποίσον τον γάλαν πασ̆κιτάν, σκουντουλιστά βουτούρτα,
ν’ ευτάν περέκα̤ νόστιμα, σιρόν και πιροσκία.
Θα έρταν ‘ς σον παρχάρ’ απάν’, αγούρ’ με κεμεντζέδας,
να τρώνε, πίν’νε, και γλεντούν να λένε τραγωδίας
και μετ’ εσάς τοι έμορφες ν’ ευτάνε παρακάθα̤.
Ρομάννα ξαν θα λέω σε, τα ζα καλά ωρά̤σον
και ας σο γάλαν ντο θ’ αρμέεις ν’ ευτάς κρύον το τάνιν,
να έρταν πίν’νε οι αγούρ’ να ξεδιψούνε οι μαύροι
κι ας ση σεβντάς την καμονήν ολίγον να εβορά̤ζ’νε.
Να λέν’ καϊτέδας έμορφα, έμορφα τραγωδίας,
ν’ ελέπ’νε εσάς τσοι έμορφες με τ’ έμορφα τ’ ομμάτα̤,
να σ̆κίζ’ και έρται η σεβντά και καπατεύ’ καρδίας,
να ζευγαρών’ κορίτσ’ κι αγούρ’ να ‘ίν’νταν φαμελίας,
και να γομούται το παρχάρ’ ας σα παρχαροπαίδα̤.
Ρομάννα άλλο μη γουεύ’ς να δί’ς ας σην καρδία σ’,
σεβντάς ισ̆μάρ’ και μένεμαν ‘ς σ’ αγούρα̤ τα καρίπ’κα,
π’ έχ’νε καρδόπα κατενά και μουχαλίφ’κα ψ̆ήα.
Κλώστ’ τέρεν ‘ς σο παρχαρομύτ’ τον έμορφον τον ήλον
κι άφ’σον την κάρδια σ’ να πετά απάγκεσ’ ‘ς σα ελάτα̤,
‘ς σα λίβα̤ απάν’ ‘ς σον ουρανόν με τα πουλόπα εντάμαν,
εντάμαν μετ’ ατά κ’ εσύ πέτα ‘ς σ’ εγάπ’ς τον τόπον.
Τέρεν τα παρχαρόπουλα γλυκά ντο κελαηδίζ’νε
κι άφ’σον την κάρδια σ’ να πετά, ποίσον άμον κ’ εκείνα,
που χ̆αίρουνταν να αγαπούν, κ’ ευτάν μικρά φωλέας
και εκειαπέσ’ με την σεβντάν παρακαθίζ’νε εντάμαν
κ’ έρταν γομών’νε το παρχάρ’ μικρά παρχαροπούλα̤.
Ρομάννα, ρίζα μ’, λέω σε, καλά και τα δουλείας,
τ’ άρμεγμαν,το δρουβάνισμαν, τ’ ωρίασμαν ‘ς σα χτήνα̤,
άμα καμίαν μ’ ανασπάλτς ντο θέλ’ και η καρδία σ’.
Ρομάννα ατά ντο λέω σε μη ανασπάλτς καμίαν,
ατώρα ‘ς σα νεότητα σ’ τέρεν τα μανουσάκα̤,
έπαρ’ τη μυρωδία τουν, τέρεν τα εμορφίας
κι απάν’ ‘ς σον έμορφον παρχάρ’ άπλωσον την καρδία σ’.
Όντες τα χτήνα̤ θα ωρά̤εις και θα αρμέεις το γάλαν,
να εξέρτς απέσ’ ‘ς σο εμπροκάρδ’ πως έν’ έναν καρδόπον,
που θελ’ αντρού λαλαχ̆εμαν απέσ’ ‘ς ση μαναχ̆ίαν,
που θελ’ ‘ς ση μαναχ̆ίαν ατ’ πολλά τη συντροφίαν.
Ρομάννα μ’, να λελεύω σε, άλλο μη τρως το ψ̆όπο σ’,
τέρεν τον χρόνον πως δα̤βαίν’ τέρεν την καρυπία σ’
και μαναχ̆έσσα μ’ απομέντς ακεί ‘ς σα ερημίας.
Ρομάννα μ’, ποδεδίζω σε, άνοιξον το καρδόπο σ’,
άνοιξον τα παράθυρα σ’, άνοιξον τα κανάτα̤ σ’,
να εμπαίν’ ο ήλον και χουλέν’ του νου σ’ τα καμονάντας.

Γιώργος Κωνσταντινίδης
Καλαμαριά 2018
Λεξιλογιο



ανασπάλτς=ξεχνάς[ρ.ανασπάλλω]
γουεύ’ς=λυπάσαι[ρ.γουεύω]
δρουβάνισμαν=παραγωγή βούτυρου από γάλα η γιαούρτι
εβορά̤ζ’νε=δροσίζονται[ρ.εβορά̤ζω]
ελάτα̤=έλατα
εμπροκάρδ’=στήθος
ισ̆μάρ’=σημάδι, σινιάλο
καϊτέδας[καϊτέ η]=μελωδία, σκοπός
Καμονάντας[η καμονή]=καημοί, λύπες μεγάλες
κανάτα̤[ιν,το]=παντζούρια
καπατεύ’=σκεπάζει,καλύπτει
[ρ.καπατεύω]
καρίπ’κα=έρημα
κατενά=καθαρά
Κλώστ’=γύρνα[ρ.κλώθω]
λαλαχ̆εμαν=χάδι
λύβα̤[ιν,το]=σύννεφα
μουχαλίφ’κα=ευαίσθητα
να λελεύω σε=να σε χαρώ
πασ̆κιτάν= μυζήθρα
παρακάθα̤[ιν,το]= συναθροίσεις νυχτερινές
παρχάριν[το]=βοσκοτόπι
παρχαρομύτιν[το]=κορυφή παρχαριού
περέκα̤[ιν,το]=είδος τυρόπιτας
ποδεδίζω σε=να σε χαρώ,να πάρω εγώ το κακό από εσένα, σε προσκυνώ για θεό ή αγίους
Ρομάννα=γυναίκα που επιμελείται τα ζώα στα βοσκοτόπια[παρχάρια]
σεβντά[η]=έρωτας,αγάπη
σιρόν[το]=ποντιακό φαγητό
σκουντουλιστά=ευωδιαστά
τάνιν[το]= αριάνι
χούλεμαν[το]=ζεστασιά
Χτήνα̤ [το χτήνον]=αγελάδες
Ωρά̤σον=πρόσεξε[ρ 
Λιγότερα

The post Ρομάννα κάτ’ θα λέω σε, τέρεν καλά τα χτήνα̤! Οι γυναίκες στα παρχάρια του Πόντου μέσα από την πένα του Γιώργου Κωνσταντινίδη first appeared on PontosVoice – H δική σου ΚΑΘΑΡΗ Ποντιακή φωνή.

Πηγή: Read More

Share.

Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα. Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές. Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.

Leave A Reply

Exit mobile version