
Του Χρήστου Κωνσταντινίδη
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και, κατά πάσα πιθανότητα, συζητήσιμη παρέμβαση για την εξέλιξη της ποντιακής μουσικής παράδοσης έκανε ο Θανάσης Στυλίδης, θέτοντας στο επίκεντρο έναν από τους πλέον αναγνωρίσιμους χορευτικούς και μουσικούς σκοπούς της ποντιακής παράδοσης, το τρομαχτόν.
Με ανάρτησή του, η οποία αρχίζει με το χαρακτηριστικό ερώτημα «Αντέχετε την αλήθεια;», ο Στυλίδης παρουσιάζει τη δική του έρευνα και ερμηνεία για τη διαμόρφωση της σημερινής μουσικής μορφής του τρομαχτού. Βασικός ισχυρισμός του είναι ότι η εκδοχή που έχει επικρατήσει τις τελευταίες δεκαετίες δεν αποτελεί απλώς συνέχεια ενός παλαιότερου ποντιακού μουσικού ιδιώματος, αλλά έχει δεχθεί έντονη βαλκανική και συγκεκριμένα βουλγαρική επίδραση.
Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που, ακριβώς επειδή αφορά ένα κομμάτι το οποίο έχει ταυτιστεί στη συνείδηση χιλιάδων Ποντίων με το σύγχρονο ποντιακό γλέντι, είναι βέβαιο ότι μπορεί να ανοίξει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση: Τι είναι αυθεντική συνέχεια της παράδοσης; Τι είναι μεταγενέστερη εξέλιξη; Πότε η δημιουργική επιρροή μετατρέπεται σε αλλαγή της ίδιας της μουσικής ταυτότητας ενός σκοπού;

Η σύνδεση με τη βουλγαρική Ρατσένιτσα
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει στην ανάρτησή του ο Θανάσης Στυλίδης, η σημερινή μορφή του τρομαχτού παρουσιάζει ισχυρή συγγένεια με τη βουλγαρική Ρατσένιτσα, έναν ιδιαίτερα διαδεδομένο βαλκανικό χορό σε ρυθμό 7/8.
Ο ίδιος θεωρεί ότι η αλλαγή αυτή δεν έγινε απότομα, αλλά μέσα από μια μακρά διαδικασία μουσικών ανταλλαγών, η οποία άρχισε όταν η ποντιακή λύρα πέρασε από το παραδοσιακό κοινοτικό περιβάλλον στο πάλκο των λαϊκών κέντρων, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1960 και μετά.
Μέχρι τότε, όπως σημειώνει, το τρομαχτόν αποδιδόταν μουσικά περισσότερο ως μία γρήγορη μορφή Σέρας.
Η είσοδος όμως νέων οργάνων στις ποντιακές ορχήστρες –και κυρίως του αρμονίου– δημιούργησε, κατά τον ίδιο, νέα δεδομένα.
Οι αρμονίστες της εποχής, πολλοί από τους οποίους προέρχονταν από το ευρύτερο μουσικό περιβάλλον της Μακεδονίας και ήταν εξοικειωμένοι με βαλκανικούς σκοπούς, άρχισαν να ενσωματώνουν διαφορετικά μουσικά μοτίβα.
Ο Στυλίδης αναφέρει χαρακτηριστικά τους Σωτηράκη Πρίτση από τη Ραχώνα Πέλλας και Θανάση Καρατζά από το Μυριόφυτο Κιλκίς, υποστηρίζοντας ότι μουσικοί όπως αυτοί συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας διαφορετικής εκδοχής του τρομαχτού.

Από το αρμόνιο στη λύρα
Το ιδιαίτερο στοιχείο της προσέγγισης Στυλίδη βρίσκεται στο ότι δεν παρουσιάζει την αλλαγή ως αποτέλεσμα αποκλειστικά των λυράρηδων.
Υποστηρίζει αντιθέτως ότι συνέβη σε σημαντικό βαθμό η αντίστροφη διαδικασία: λυράρηδες και κλαρινοπαίχτες άρχισαν να δανείζονται φράσεις και τεχνικές από τους αρμονίστες.
Κατά τον ίδιο, η Ρατσένιτσα ήταν ήδη γνωστή στους ντόπιους μουσικούς της Μακεδονίας και, λόγω της ρυθμικής συγγένειας, ήταν σχετικά εύκολο να παρουσιαστεί και να ενσωματωθεί ως ένα νέο, ιδιαίτερα δεξιοτεχνικό «τρομαχτόν».
Η τάση αυτή, πάντα σύμφωνα με τον Στυλίδη, ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο όταν τα ηλεκτρονικά πλήκτρα και τα synthesizers μπήκαν δυναμικά στη νεοποντιακή δισκογραφία και στα ποντιακά κέντρα.
Τότε, υποστηρίζει, παγιώθηκε ένα μουσικό σχήμα που βασίζεται στην ταχύτητα και στην ανταλλαγή μικρών φράσεων μεταξύ λύρας και πλήκτρων.
Η «ερώτηση» της λύρας και η «απάντηση» των πλήκτρων
Ο Θανάσης Στυλίδης εστιάζει ιδιαίτερα στη χαρακτηριστική μουσική «ερωταπόκριση» που ακούμε σε πολλές σύγχρονες εκτελέσεις του τρομαχτού.
Ένα γρήγορο μελωδικό θέμα εκτελείται από τη λύρα και ακολουθεί ένα σύντομο, κοφτό μοτίβο από τα πλήκτρα – ή το αντίστροφο.
Αυτό ακριβώς το στοιχείο θεωρεί ενδεικτικό της βαλκανικής επίδρασης.
Όπως γράφει, ανάλογη δομή συναντάται στη βουλγαρική μουσική και ειδικότερα στη Ρατσένιτσα, όπου κλαρίνο και ακορντεόν ανταλλάσσουν γρήγορες φράσεις και μουσικά μοτίβα.
Με βάση αυτή την παρατήρηση φτάνει στο συμπέρασμα ότι σε πολλές σύγχρονες εκτελέσεις «η ποντιακή λύρα πια ως τρομαχτόν δεν έπαιζε τη γρήγορη ποντιακή Σέρα, αλλά τη βουλγαρική Ρατσένιτσα».
Πρόκειται, βεβαίως, για τη θέση του ίδιου, η οποία χρειάζεται να αντιμετωπιστεί ως αφετηρία μουσικολογικού και ιστορικού διαλόγου και όχι ως ένα αυτονόητα αποδεκτό συμπέρασμα.
Από τον Γώγο Πετρίδη μέχρι τη νεότερη δισκογραφία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι ο Στυλίδης δεν τοποθετεί την έναρξη του φαινομένου μόνο στη νεότερη γενιά μουσικών.
Αναφέρει ότι στοιχεία αυτής της διαδικασίας μπορούν να ανιχνευθούν αρκετά παλαιότερα, ακόμη και σε εκτελέσεις σημαντικών μορφών της ποντιακής μουσικής, όπως ο Γώγος Πετρίδης.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι δισκογραφικά το συγκεκριμένο ύφος του τρομαχτού αποτυπώθηκε ιδιαίτερα από μουσικούς όπως οι Κωστίκας Τσακαλίδης, Γιάννης Τσανάκαλης και Παναγιώτης Ασλανίδης στη λύρα, καθώς και ο Γιώργος Κεσίδης στο κλαρίνο.
Η αναφορά αυτών των ονομάτων αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς πρόκειται για μουσικούς με σημαντική παρουσία στη μεταπολεμική ποντιακή μουσική σκηνή.
Ο Στυλίδης κάνει ακόμη αναφορά σε ηχογράφηση του Γώγου Πετρίδη στο κέντρο «Λεμόνα», αλλά και σε κότσαρι του Τσανάκαλη, υποστηρίζοντας ότι ανάλογες εξωποντιακές επιρροές πέρασαν σταδιακά και σε άλλους χορούς.

Σερανίτσα και Κότσαρι
Κατά την άποψή του, το ζήτημα δεν περιορίζεται στο τρομαχτόν.
Ο Στυλίδης ισχυρίζεται ότι βαλκανικού χαρακτήρα μοτίβα ενσωματώθηκαν αργότερα και στη Σερανίτσα, με μουσικά σχήματα τα οποία χαρακτηρίζει «αρμονίστικα» και μη ποντιακής προέλευσης.
Αντίστοιχα, στο Κότσαρι θεωρεί ότι εμφανίστηκαν όχι μόνο βαλκανικές αλλά και κρητικές μουσικές επιρροές.
Έτσι, το θέμα που ανοίγει η ανάρτηση υπερβαίνει ουσιαστικά έναν συγκεκριμένο χορό και αγγίζει συνολικά το ζήτημα της διαμόρφωσης εκείνου που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε σύγχρονο ή νεοποντιακό μουσικό ύφος.
«Η επικράτησή του σήμερα είναι πραγματικά τρομαχτική»
Ο Στυλίδης χρησιμοποιεί μάλιστα ένα λογοπαίγνιο για να περιγράψει το εύρος της διάδοσης του συγκεκριμένου ύφους, γράφοντας ότι η επικράτησή του έχει γίνει «πραγματικά τρομαχτική».
Κατά τον ίδιο, το βαλκανικό αυτό πρότυπο έχει πλέον εδραιωθεί τόσο πολύ, ώστε χρησιμοποιείται όχι μόνο από σύγχρονους δεξιοτέχνες, αλλά και από μουσικούς που αυτοπροσδιορίζονται ως περισσότερο παραδοσιακοί.
Η μεγάλη ταχύτητα εκτέλεσης, προσθέτει, μετατράπηκε σταδιακά σε κριτήριο δεξιοτεχνίας, ενώ το ίδιο το κοινό εξοικειώθηκε τόσο με τον συγκεκριμένο ήχο ώστε πολλοί χορευτές τον αντιλαμβάνονται πλέον ως αυθεντικά παραδοσιακό.
Ακόμη και σημαντικοί λυράρηδες, όπως αναφέρει ο Γιώργος Αμαραντίδης, δεν έμειναν, κατά την εκτίμησή του, ανεπηρέαστοι από αυτή την αισθητική.
Οι εξαιρέσεις που επικαλείται
Παράλληλα, όμως, ο Στυλίδης αναφέρει παραδείγματα μουσικών που, κατά τη δική του αξιολόγηση, διατήρησαν διαφορετικό τρόπο απόδοσης.
Ξεχωρίζει το δισκογραφικό τρομαχτόν του Μίτκα Ιακωβίδη, επισημαίνοντας ότι παρά τη χρήση κλαρίνου παρέμενε προσανατολισμένο σε ποντιακά μουσικά μοτίβα.
Ανάλογη αναφορά κάνει και στον Φίλιππα Γεωργιάδη από τον Κοπανό Νάουσας, καθώς και σε άλλους Πόντιους κλαρινοπαίχτες, οι οποίοι, σύμφωνα με τη μνήμη και την εκτίμησή του, απέδιδαν το τρομαχτόν με ποντιακό και όχι με βαλκανικό τρόπο.
Βαλκάνια και Τουρκία ως πηγές επιρροής
Η ανάρτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο τελευταίο της μέρος.
Ο Θανάσης Στυλίδης διευρύνει την κριτική του και υποστηρίζει ότι οι βαλκανικές και οι τουρκικές μουσικές επιρροές αποτελούν σήμερα δύο από τις σημαντικότερες πηγές από τις οποίες αντλεί η σύγχρονη νεοποντιακή μουσική.
Δεν θεωρεί όμως αυτή την πορεία αναπόφευκτη.
Αντίθετα, προτείνει ως πιθανή εναλλακτική πηγή δημιουργικής ανανέωσης τον ίδιο τον μουσικό πλούτο του ιστορικού Πόντου και ιδιαίτερα τις καταγραφές της πρώτης προσφυγικής γενιάς.
Κατά τον ίδιο, ένα μεγάλο μέρος αυτού του υλικού δεν έχει ακόμη μελετηθεί όσο θα έπρεπε και παραμένει ουσιαστικά άγνωστο ακόμη και σε ανθρώπους που ασχολούνται ενεργά με την ποντιακή μουσική.
Εδώ ίσως βρίσκεται και το σημαντικότερο ερώτημα που γεννά η ανάρτηση! Εάν μία ζωντανή μουσική παράδοση αναζητά νέους δρόμους, γιατί να αναζητά την εξέλιξή της αποκλειστικά έξω από τον εαυτό της, όταν μεγάλο μέρος του ίδιου του ιστορικού της αποθέματος παραμένει ακόμη ανεξερεύνητο;
«Δεν κάνω υποδείξεις»
Ο ίδιος ο Στυλίδης φροντίζει πάντως να ξεκαθαρίσει ότι σκοπός της τοποθέτησής του δεν είναι να επιβάλει έναν συγκεκριμένο τρόπο μουσικής έκφρασης.
«Είναι καλό αυτό ή είναι κακό; Είναι σωστό, είναι λάθος;», διερωτάται, για να προσθέσει ότι καθένας έχει δικαίωμα να επιλέγει τι θέλει να παίζει και τι θέλει να ακούει.
Ποντιακή, βαλκανική, βουλγαρική, τουρκική ή ρομά μουσική.
Εκεί όμως όπου ο λόγος του γίνεται σαφώς πιο αιχμηρός είναι στο ζήτημα του πώς ονομάζεται αυτό που παίζεται.
Η βασική του θέση είναι ότι οι μουσικοί μπορούν να δανείζονται στοιχεία από οποιαδήποτε παράδοση επιθυμούν, αρκεί να γνωρίζουν και να αναγνωρίζουν την προέλευσή τους.
«Μην πει όμως ποτέ “δεν ήξερα”. Μην πει “δεν γνώριζα”», γράφει χαρακτηριστικά.
Και καταλήγει θέτοντας ένα ζήτημα που ξεπερνά κατά πολύ το ίδιο το τρομαχτόν: το «καθήκον αληθείας» απέναντι στην παράδοση.
Κατά τον ίδιο, δεν είναι πρόβλημα ένας μουσικός να δηλώνει ότι αγαπά τις βουλγαρικές, τουρκικές ή άλλες επιρροές. Πρόβλημα δημιουργείται όταν ένα μουσικό στοιχείο διαφορετικής προέλευσης παρουσιάζεται συνειδητά ως αυθεντικά ποντιακό.
Μια συζήτηση που αξίζει να γίνει χωρίς αναθέματα
Η παρέμβαση του Θανάση Στυλίδη είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει αντιδράσεις.
Και αυτό είναι, ενδεχομένως, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της.
Γιατί το ερώτημα που προκύπτει δεν αφορά μόνο το εάν μια συγκεκριμένη φράση στο τρομαχτόν έχει βουλγαρική, μακεδονική ή ποντιακή καταγωγή.
Αφορά ένα πολύ βαθύτερο ζήτημα: πώς μετασχηματίστηκε η ποντιακή μουσική μετά την εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα, ποιες επιρροές δέχθηκε, ποιες από αυτές αφομοίωσε και σε ποιο σημείο μία νεότερη μουσική σύμβαση αρχίζει να θεωρείται “παράδοση” επειδή απλώς πέρασαν αρκετές δεκαετίες από τη δημιουργία της.
Σε μια παράδοση που μεταφέρθηκε από τον Πόντο στην Ελλάδα μέσα από τον ξεριζωμό και στη συνέχεια βρέθηκε σε συνεχή επαφή με μακεδονικά, θρακιώτικα, βαλκανικά, μικρασιατικά, τουρκικά και νεότερα λαϊκά μουσικά περιβάλλοντα, οι επιδράσεις είναι ένα ιστορικό φαινόμενο που αξίζει να μελετηθεί με ακρίβεια και χωρίς εύκολους αφορισμούς.
Η ανάρτηση Στυλίδη δεν αποτελεί από μόνη της την τελική απάντηση σε αυτό το σύνθετο μουσικολογικό ζήτημα.
Αποτελεί, όμως, μία σαφή και επώνυμη θέση, συνοδευόμενη από συγκεκριμένες αναφορές σε μουσικούς, ηχογραφήσεις και μουσικά μοτίβα.
Και για αυτό ακριβώς αξίζει να συζητηθεί.
Γιατί, είτε κάποιος συμφωνεί είτε διαφωνεί με τα συμπεράσματά του, το ερώτημα που τίθεται είναι ουσιαστικό:
Πόσα από όσα σήμερα θεωρούμε αυτονόητα «ποντιακά» είναι πράγματι κληρονομημένα από τον ιστορικό Πόντο και πόσα δημιουργήθηκαν ή μετασχηματίστηκαν στις δεκαετίες που ακολούθησαν την προσφυγιά;
Έγινε ή όχι το “τρομακτόν” και άλλα στοιχεία της ποντιακής παράδοσης… Βαλκανιζατέρ; Μια τέτοια συζήτηση, εφόσον στηριχθεί σε παλιές ηχογραφήσεις, μαρτυρίες, δισκογραφία και σοβαρή συγκριτική μουσικολογική έρευνα, μόνο καλό μπορεί να κάνει στη γνώση και στην κατανόηση της ποντιακής μουσικής κληρονομιάς.
The post «Αντέχετε την αλήθεια;» – Σέρρα με στυλ… Βαλκανιζατέρ; – Μεγάλη συζήτηση για το “τρομαχτόν” ανοίγει ο Θανάσης Στυλίδης! «Αυτό που παίζουμε σήμερα έχει βαλκανικές επιρροές first appeared on PontosVoice – H δική σου ΚΑΘΑΡΗ Ποντιακή φωνή.
Πηγή: Read More

Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα.
Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές.
Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.
