
Του Χρήστου Κωνσταντινίδη
Τέσσερις ημέρες πριν φύγει ξαφνικά από τη ζωή, ο Στάθης Παρχαρίδης βρισκόταν εκεί όπου ανήκε πραγματικά η ψυχή του: ανάμεσα στην οικογένεια, στους φίλους, στη λύρα, στο τραγούδι και στις μνήμες της Ματσούκας.
Ήταν Δεκαπενταύγουστος στο Πορτοράζ, το σημερινό Πρωτοχώρι Κοζάνης. Κανείς από όσους κάθισαν μαζί του σε εκείνο το παρακάθ’ δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι θα ήταν το τελευταίο της ζωής του.
Ο σπουδαίος Πόντιος τραγουδιστής, παρά το γεγονός ότι η φωνή του είχε κλείσει τελείως από το κρύωμα, δεν αρνήθηκε το τραγούδι. Δεν τραγούδησε με τις φωνητικές του χορδές. Τραγούδησε με την ψυχή του. Όπως έκανε σε ολόκληρη τη διαδρομή του.
Και ίσως γι’ αυτό εκείνη η βραδιά απέκτησε, μετά τον θάνατό του, μια συγκλονιστική και σχεδόν προφητική διάσταση.
«Να παραμείνεις πάντα αληθινός»
Ο Γιώργος Χριστοφορίδης, ο οποίος απαθανάτισε τις τελευταίες αυτές στιγμές, περιέγραψε όσα συνέβησαν στο παρακάθ’:
«Αυτός ο τεράστιος καλλιτέχνης, εκείνο το βράδυ, με κλεισμένη τελείως τη φωνή από κρύωμα, όχι μόνο τραγούδησε μέσα από την ψυχή του, αλλά γύρισε και μου είπε χαμηλόφωνα αυτά που μια ζωή ολόκληρη πρέσβευε, χωρίς κανέναν ενδοιασμό και υστεροβουλία: “Στάθη, να παραμείνεις πάντα αληθινός και ας πονάει πολλούς άλλους”».
Μια φράση που συμπυκνώνει ολόκληρη τη στάση ζωής του Στάθη Παρχαρίδη. Γιατί ο ίδιος δεν υπηρέτησε την ποντιακή παράδοση ως επάγγελμα, ως εικόνα ή ως μέσο προσωπικής προβολής. Την έζησε. Την κουβαλούσε μέσα του ως οικογενειακό βίωμα, ως καταγωγή και ως ευθύνη απέναντι στους προγόνους και στις επόμενες γενιές.
Στο τελευταίο εκείνο παρακάθ’ κάθισαν δίπλα του ο αδελφός του, Αλέξης Παρχαρίδης, ο γιος του, Αναστάσιος, ο Φάνης Κουρουκλίδης και ο Γιώργος Σοφιανίδης, γνωστός ως Τοτόρος.
Άνθρωποι δικοί του. Πρόσωπα με τα οποία μοιράστηκε οικογενειακές στιγμές, πάλκα, τραγούδια και αγωνίες. Χωρίς προβολείς και επισημότητες. Όπως γινόταν παλιά, όταν το παρακάθ’ δεν αποτελούσε παράσταση, αλλά μυσταγωγία. Όταν το τραγούδι περνούσε από στόμα σε στόμα και η μνήμη από γενιά σε γενιά.
Κάποια στιγμή ο Στάθης Παρχαρίδης γύρισε προς τον Γιώργο Χριστοφορίδη με τον οποίο τους συνέδεε αγάπη και αλληλοσεβασμός και του είπε:
«Αυτά δεν θα τα βρεις πουθενά! Μόνο στη Ματσούκα, που έχει ψυχή».
Αυτή ήταν η δική του Ματσούκα. Όχι μόνο ένας τόπος στον χάρτη του Πόντου, αλλά μια πατρίδα που συνέχιζε να ζει μέσα στη λαλιά, στον σκοπό, στο δίστιχο και στο παρακάθ’.
Το δίστιχο του γιου του που έμοιαζε με προμήνυμα
Την ίδια βραδιά, ο γιος του, Αναστάσιος Παρχαρίδης, είπε ένα δίστιχο που σήμερα ακούγεται διαφορετικά. Σαν να είχε προηγηθεί η ψυχή των γεγονότων:
«Τον χρόνον μίαν κι γελώ, μόνον αναστενάζω.
Κ’επορέσα ο άχαρον τον κόσμον να χορτάζω».
Λίγες ημέρες αργότερα, ο Στάθης Παρχαρίδης θα έφευγε από τη ζωή. Το νήμα κόπηκε ξαφνικά, πριν προλάβει να χορτάσει τον κόσμο, τα παιδιά του, τους φίλους και το τραγούδι.
Όμως το δίστιχο ειπώθηκε από τον γιο του, τον άνθρωπο που ήδη συνεχίζει τη μουσική παρακαταθήκη της οικογένειας. Και μέσα σε αυτή την τραγική συγκυρία βρίσκεται ίσως η συνέχεια: ο πατέρας έφυγε, αλλά το τραγούδι πέρασε ήδη στα χείλη της επόμενης γενιάς.
«Η φωνή σου δεν θα σιωπήσει ποτέ»
Ο Φάνης Κουρουκλίδης αποχαιρέτησε τον φίλο και συνάδελφό του με λόγια βγαλμένα από την καρδιά:
«Η απώλειά σου, αγαπημένε μου φίλε και συνάδελφε Στάθη, αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Για όλους εμάς που μοιραστήκαμε μαζί σου το ίδιο πάλκο, τη μουσική και την αγάπη για την παράδοση, δεν ήσουν απλά ένας σπουδαίος τραγουδιστής. Ήσουν ένας άνθρωπος με ψυχή γεμάτη φως, αυθεντικότητα και λεβεντιά.
»Με τη χαρακτηριστική φωνή σου κατάφερνες να αγγίζεις τις πιο ευαίσθητες χορδές της ποντιακής ψυχής, μεταφέροντας το βίωμα, τον καημό και τη χαρά σε κάθε σου ερμηνεία.
»Στάθη μου, το νήμα της ζωής σου κόπηκε νωρίς, αλλά η φωνή σου δεν θα σιωπήσει ποτέ.
»Καλό σου ταξίδι στο φως, φίλε μου!».
Από το Καπίκιοϊ της Ματσούκας στα μεγάλα ποντιακά πάλκα
Ο ποντιακός καλλιτεχνικός κόσμος έγινε φτωχότερος την Τετάρτη 19 Αυγούστου, όταν ο Στάθης Παρχαρίδης έφυγε ξαφνικά από τη ζωή, σε ηλικία 59 ετών, έπειτα από ανακοπή καρδιάς.
Γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1967 στην Κοζάνη, καταγόταν από το Πρωτοχώρι και ζούσε μόνιμα στον Τετράλοφο Κοζάνης. Οι οικογενειακές του ρίζες έφθαναν στο Καπίκιοϊ της Ματσούκας Τραπεζούντας, σε μια περιοχή που ο ίδιος δεν έπαψε ποτέ να κουβαλά μέσα του.
Η ποντιακή μουσική δεν μπήκε στη ζωή του ως μια μεταγενέστερη επιλογή. Ήταν οικογενειακή κληρονομιά. Η παράδοση ξεκίνησε από τον παππού του, Ευστάθιο, γνωστό ως Γραντζά, πέρασε στον πατέρα του, Αναστάσιο, και στον θείο του, Χρήστο Παρχαρίδη, τον γνωστό Τσαφέτα.
Ο Στάθης Παρχαρίδης ασχολήθηκε αρχικά, ως αυτοδίδακτος, με την ποντιακή λύρα. Στη συνέχεια ακολούθησε επαγγελματικά το τραγούδι, μαζί με τον αδελφό του, Αλέξη Παρχαρίδη, δημιουργώντας μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες οικογενειακές παρουσίες στον χώρο της ποντιακής μουσικής.
Σε συνεργασία με τη VASIPAP κυκλοφόρησε τους δίσκους «Το γεσιρόπον», «Μια βραδιά με τον Στάθη Παρχαρίδη» και «Το φεγγιτοβέρ’». Παράλληλα, συμμετείχε σε συλλογικές δισκογραφικές δουλειές, όπως οι «Σην πλατείαν χορεύ’νε» και «Κωφά ας έσαν τ’ ωτία μ’».
Εμφανίστηκε στα μεγαλύτερα ποντιακά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων τα «Κορτσόπον», «Λεμόνα», «Δυτικό Μέγαρο», «Μίθριο», «Αυλαία», «Παρακάθ’» και «Ζιλ».
Η φωνή του ταξίδεψε και στην ομογένεια, μέσα από περιοδείες στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ελβετία, στη Σουηδία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Αυστραλία. Εκεί όπου υπήρχαν Πόντιοι, υπήρχαν άνθρωποι που γνώριζαν και αγαπούσαν τα τραγούδια του.
Δεν ήταν μόνο τραγουδιστής
Η προσφορά του Στάθη Παρχαρίδη δεν περιορίστηκε στο πάλκο και στη δισκογραφία. Υπήρξε χοροδιδάσκαλος και χοράρχης σε δεκάδες ποντιακούς συλλόγους της Δυτικής Μακεδονίας, διοργάνωσε πολιτιστικές εκδηλώσεις και δίδαξε ποντιακή λύρα σε νεότερα παιδιά.
Μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής του παρέμενε ενεργός καλλιτεχνικά και συμμετείχε σε εκδηλώσεις. Δεν είχε αποσυρθεί. Δεν είχε κλείσει τον κύκλο του. Είχε ακόμη τραγούδια να πει, ανθρώπους να συναντήσει και νέους να διδάξει.
Τη μεγάλη οικογενειακή παρακαταθήκη συνεχίζει ήδη ο γιος του, Αναστάσιος Παρχαρίδης, βαδίζοντας στα χνάρια του πατέρα του στο ποντιακό τραγούδι.
Τρεις Παρχαριδαίοι έφυγαν μέσα σε έναν χρόνο
Το Πρωτοχώρι Κοζάνης έχασε μέσα στο 2026 τρεις ανθρώπους από τη μεγάλη οικογένεια των Παρχαριδαίων.
Πρώτα έφυγε ο Γιώργος Παρχαρίδης, ιδρυτής της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος. Ακολούθησε ο Χρήστος Παρχαρίδης, ο αγαπητός Τσαφέτας, ο οποίος είχε μεταναστεύσει στην Αυστραλία. Και τώρα έφυγε ο Στάθης Παρχαρίδης.
Τρεις διαφορετικές διαδρομές, αλλά μία κοινή ρίζα. Το Πρωτοχώρι, η Ματσούκα και η αδιάκοπη υπηρεσία στον ποντιακό ελληνισμό.
Το τελευταίο παρακάθ’ του Στάθη Παρχαρίδη δεν οργανώθηκε ως αποχαιρετισμός. Έγινε όμως ο τελευταίος του χαιρετισμός. Με την κλεισμένη από το κρύωμα φωνή του, με τον αδελφό και τον γιο του δίπλα του, με τους φίλους του και με τη Ματσούκα μέσα στην ψυχή του.
Γιατί, όπως είπε και ο ίδιος εκείνο το βράδυ:
«Αυτά δεν θα τα βρεις πουθενά. Μόνο στη Ματσούκα, που έχει ψυχή».
Και η φωνή που βγήκε από μια τέτοια ψυχή δεν χάνεται. Περνά στους γιους, στους μαθητές, στα παρακάθια και στη μνήμη ενός ολόκληρου λαού.
The post Το τελευταίο παρακάθ’ του Στάθη Παρχαρίδη – «Αυτά μόνο στη Ματσούκα θα τα βρείτε, που έχει ψυχή» first appeared on PontosVoice – H δική σου ΚΑΘΑΡΗ Ποντιακή φωνή.
Πηγή: Read More

Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα.
Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές.
Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.
