
Μια πλαστή φωτογραφία, κατασκευασμένη με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, η οποία εμφανίζει τον Ελευθέριο Βενιζέλο να ποζάρει αγκαλιασμένος με τον Μουσταφά Κεμάλ στην Κωνσταντινούπολη, στάθηκε αφορμή για να αναζωπυρωθεί ένας πολιτικός και ιστορικός διχασμός που εξακολουθεί να βαραίνει την ελληνική κοινωνία περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Η εικόνα χαρακτηρίστηκε ψευδής από οργανισμούς ελέγχου γεγονότων, ωστόσο είχε ήδη προλάβει να προκαλέσει πλήθος σχολίων, αντιπαραθέσεων και ιστορικά ατεκμηρίωτων συμπερασμάτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Παρεμβαίνοντας στη συζήτηση, ο διδάκτωρ Ιστορίας και συγγραφέας Βλάσης Αγτζίδης έθεσε ένα καίριο ερώτημα: είναι δυνατόν, εν έτει 2026, οι Νεοέλληνες να παραμένουν ακόμη διχασμένοι σε βασιλόφρονες και βενιζελικούς;
Η απάντηση, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι καταφατική.
Ο ιστορικός υποστηρίζει ότι οι παλιές αντιθέσεις όχι μόνο δεν έχουν ξεπεραστεί, αλλά επανέρχονται με ιδιαίτερη ένταση κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για τη Μικρασιατική Καταστροφή, τη Δίκη των Έξι και τις ευθύνες των πολιτικών και στρατιωτικών ηγεσιών της περιόδου 1920-1922.
Μια πλαστή εικόνα και ένας πραγματικός ιστορικός διχασμός
Ο Βλάσης Αγτζίδης άσκησε σκληρή κριτική σε όσους χρησιμοποίησαν την κατασκευασμένη φωτογραφία ως τεκμήριο για να επιτεθούν στην υστεροφημία του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Όπως επισήμανε, κάτω από τη δημοσίευση της φωτογραφίας αναπτύχθηκε ένας ολόκληρος κύκλος σχολίων, σαν να βρισκόταν η χώρα ξανά στις παραμονές ή στην επαύριο των εκλογών του Νοεμβρίου του 1920.
Τότε, οι αντιβενιζελικές και βασιλόφρονες δυνάμεις επέστρεψαν στην εξουσία, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία, σε μια εξαιρετικά κρίσιμη διεθνή συγκυρία.
Για τον ιστορικό, η δημόσια συζήτηση γύρω από την πλαστή φωτογραφία αποδεικνύει ότι ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την Ιστορία με όρους παραταξιακού πάθους και όχι με βάση τα γεγονότα.
Και στην περίπτωση του Ποντιακού και Μικρασιατικού Ελληνισμού, αυτό δεν αποτελεί μια αθώα πολιτική αντιπαράθεση.
Αφορά τους ανθρώπους που εκτοπίστηκαν, εξοντώθηκαν, έχασαν τις πατρίδες τους και έφτασαν πρόσφυγες σε μια Ελλάδα που πολλές φορές τούς αντιμετώπισε με καχυποψία, κοινωνικό αποκλεισμό και πολιτική εχθρότητα.
Η Δίκη των Έξι και η ιστορική μνήμη των προσφύγων
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο Βλάσης Αγτζίδης απέναντι στη δικαστική απόφαση με την οποία ακυρώθηκε, πολλές δεκαετίες αργότερα, η καταδίκη των Έξι που είχαν θεωρηθεί υπεύθυνοι για τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Κατά την εκτίμησή του, η απόφαση αυτή λειτούργησε ως αφετηρία για την πολιτική και ιδεολογική επαναφορά των απογόνων της παλιάς αντιβενιζελικής παράταξης, οι οποίοι επιχειρούν να επαναδιατυπώσουν την Ιστορία και να αποσείσουν τις ευθύνες της περιόδου.
Για τους απογόνους των προσφύγων της Μικράς Ασίας, της Ανατολικής Θράκης και ιδιαίτερα του Πόντου, η συζήτηση αυτή έχει διαφορετικό βάρος.
Δεν αφορά μόνο ποιος πολιτικός ηγέτης δικαιώθηκε ή καταδικάστηκε. Αφορά το πώς κατέρρευσε ένας ολόκληρος κόσμος, πώς εγκαταλείφθηκαν πληθυσμοί που είχαν ήδη υποστεί διωγμούς και πώς χάθηκε ο ιστορικός Ελληνισμός της Ανατολής.
Η ποντιακή μνήμη δεν περιορίζεται στη στρατιωτική ήττα του Αυγούστου του 1922. Περιλαμβάνει τις εκτοπίσεις, τα τάγματα εργασίας, τις πορείες θανάτου, τις εκτελέσεις της Αμάσειας και την οργανωμένη προσπάθεια εκκένωσης του Πόντου από τον ελληνικό του πληθυσμό.
Η Συμφωνία του 1930 και η στροφή του Βενιζέλου
Ιστορική βάση για πολλές από τις επιθέσεις εναντίον του Βενιζέλου αποτελεί η ελληνοτουρκική προσέγγιση και η Συμφωνία Φιλίας και Συνεργασίας που υπογράφηκε το 1930.
Ο Βενιζέλος είχε επιστρέψει στην πρωθυπουργία το 1928 και επιχείρησε να προσαρμόσει την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί μετά την οριστική απώλεια της Μικράς Ασίας και την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης.
Σύμφωνα με τον Βλάση Αγτζίδη, η πολιτική αυτή εξέφραζε τα κυνικά συμφέροντα του ελληνικού κράτους, τα οποία δεν ταυτίζονταν απαραίτητα με τα συμφέροντα και τα αισθήματα των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από τον Πόντο, τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη.
Για την Αθήνα, προτεραιότητα ήταν η σταθεροποίηση των συνόρων και η αποφυγή μιας νέας σύγκρουσης με την Τουρκία.
Για τους πρόσφυγες, όμως, ο Κεμάλ δεν ήταν απλώς ο ηγέτης ενός γειτονικού κράτους. Ήταν ο επικεφαλής του καθεστώτος που είχε ολοκληρώσει την εκδίωξη και την εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής.
Η επιλογή του Βενιζέλου μπορεί να στηρίχθηκε στον κρατικό ρεαλισμό, αλλά είχε βαρύ πολιτικό και ηθικό κόστος. Όπως σημειώνει ο ιστορικός, μια κρίσιμη μάζα προσφύγων απομακρύνθηκε από τον βενιζελισμό και στράφηκε προς την Αριστερά.
Η μετατόπιση αυτή επηρέασε τις εκλογικές αναμετρήσεις του 1932 και συνέβαλε στην επιστροφή του μοναρχικού Λαϊκού Κόμματος στην εξουσία.
Η κίνηση του Ιωάννη Μεταξά που συχνά αποσιωπάται
Ο Βλάσης Αγτζίδης υπενθυμίζει ακόμη μια ιστορική λεπτομέρεια η οποία συχνά απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση.
Η κορυφαία συμβολική πράξη τιμής προς τον Μουσταφά Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη δεν πραγματοποιήθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αλλά από τον Ιωάννη Μεταξά.
Το 1938, κατά την περίοδο της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, η Οδός Αποστόλου Παύλου μετονομάστηκε σε Οδό Κεμάλ Ατατούρκ.
Παράλληλα, παραχωρήθηκε στην Τουρκία το σπίτι στο οποίο, σύμφωνα με την επίσημη τουρκική αφήγηση, γεννήθηκε ο Κεμάλ και το οποίο συνδέεται σήμερα με το τουρκικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη.
Ο ιστορικός αναδεικνύει το συγκεκριμένο γεγονός για να καταδείξει ότι η ελληνοτουρκική προσέγγιση μετά το 1930 δεν υπήρξε αποκλειστικά βενιζελική επιλογή.
Αντίθετα, αποτέλεσε βασική κατεύθυνση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία συνεχίστηκε και από καθεστώτα που ιδεολογικά βρίσκονταν στον αντίποδα του Βενιζέλου.
Οι «δύο Βενιζέλοι»
Στην ανάρτησή του, ο Βλάσης Αγτζίδης προτείνει μια διάκριση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ιστορικές φάσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Η πρώτη είναι η περίοδος πριν από τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920.
Τότε, ο Βενιζέλος εξέφρασε, σύμφωνα με τον ιστορικό, τον ελληνικό εθνικισμό και διαμόρφωσε μια στρατηγική που επέτρεψε στην Ελλάδα να συμμετάσχει στη Βαλκανική Συμμαχία και να διπλασιάσει σχεδόν την επικράτειά της.
Χάρη στις επιλογές εκείνης της περιόδου, η Μακεδονία, η Ήπειρος, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και αργότερα η Δυτική Θράκη εντάχθηκαν στο ελληνικό κράτος.
Η δεύτερη φάση αφορά τον Βενιζέλο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Σε αυτήν την περίοδο, εμφανίζεται ως ένας ρεαλιστής και συχνά κυνικός εκφραστής των κρατικών συμφερόντων, ο οποίος θεωρούσε ότι το ελληνικό κράτος έπρεπε να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα, ακόμη και αν αυτό προκαλούσε αγανάκτηση στους πρόσφυγες.
Ο Βλάσης Αγτζίδης επιμένει ότι η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη για μια δίκαιη ιστορική αξιολόγηση.
Η υπεράσπιση της στρατηγικής του Βενιζέλου πριν από το 1920 δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποκρύπτεται ή να δικαιολογείται κάθε μεταγενέστερη επιλογή του.
Αντίστοιχα, η κριτική στην προσέγγιση του 1930 δεν μπορεί να ακυρώσει τον ρόλο που διαδραμάτισε στη διαμόρφωση των σύγχρονων ελληνικών συνόρων.
Τι θα είχε συμβεί χωρίς τη Βαλκανική Συμμαχία
Ο ιστορικός υπογραμμίζει τη σημασία της απόφασης του Βενιζέλου να εντάξει την Ελλάδα στη Βαλκανική Συμμαχία το 1912, σε αντίθεση με την κυρίαρχη άποψη σημαντικού τμήματος των ηγετικών κύκλων της Αθήνας.
Χωρίς αυτήν τη στρατηγική, υποστηρίζει, η Θεσσαλονίκη και η Ανατολική Μακεδονία θα μπορούσαν να είχαν ενταχθεί σε ένα βουλγαρικό ή σλαβομακεδονικό κρατικό μόρφωμα.
Η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί στο «Σολούν», πρωτεύουσα μιας διαφορετικής πολιτικής και εθνικής πραγματικότητας.
Εναλλακτικά, αν οι Οθωμανοί είχαν επικρατήσει στους Βαλκανικούς Πολέμους, το κίνημα των Νεοτούρκων θα επιχειρούσε να εφαρμόσει το όραμά του για ένα εθνικά καθαρό τουρκικό κράτος από τη Θεσσαλονίκη έως την Κωνσταντινούπολη.
Σε οποιοδήποτε από αυτά τα σενάρια, τα ελληνικά σύνορα θα μπορούσαν να είχαν παραμείνει οριστικά νοτίως του Ολύμπου.
Το Νοέμβριο του 1920 άλλαξε η πορεία της εκστρατείας
Κεντρικό σημείο της ανάλυσης του Βλάση Αγτζίδη είναι η πολιτική αλλαγή του Νοεμβρίου του 1920.
Οι βασιλόφρονες και φιλογερμανικές δυνάμεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου επέστρεψαν στην εξουσία, ενώ η Ελλάδα βρισκόταν ακόμη βαθιά εμπλεκόμενη στη Μικρά Ασία.
Σύμφωνα με τον ιστορικό, η νέα πολιτική ηγεσία διέπραξε σειρά σοβαρών διπλωματικών, πολιτικών και στρατιωτικών λαθών.
Η χώρα απομονώθηκε διεθνώς, ενώ η διασυμμαχική επιχείρηση για τη διαμόρφωση του μεταοθωμανικού κόσμου μετατράπηκε σταδιακά σε έναν μοναχικό ελληνοτουρκικό πόλεμο.
Στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1921, οι δυνάμεις της Αντάντ ζήτησαν από την Ελλάδα να αποχωρήσει από το Σαντζάκι της Σμύρνης, θεωρώντας ότι η Συνθήκη των Σεβρών δεν μπορούσε πλέον να εφαρμοστεί με τον αρχικό της τρόπο.
Η κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη προσπάθησε να πείσει τους συμμάχους ότι η Ελλάδα μπορούσε μόνη της να νικήσει το κεμαλικό κίνημα.
Υποστήριξε ότι ο ελληνικός στρατός θα καταλάμβανε την Άγκυρα και ότι θα μπορούσε να αποσταλεί δύναμη στον Πόντο, ώστε ο Κεμάλ να περικυκλωθεί και από τον Βορρά.
Η πιθανότητα αποστολής ελληνικού στρατού στον Πόντο εμφανίστηκε ακόμη και σε πρωτοσέλιδα του αθηναϊκού Τύπου.
Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Αγτζίδη, δεν υπήρχε οργανωμένο σχέδιο επέμβασης στον Πόντο. Οι σχετικές αναφορές χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για να εντυπωσιαστούν οι σύμμαχοι και να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος.
Ο Σαγγάριος και η αντίστροφη μέτρηση
Το καλοκαίρι του 1921, ο ελληνικός στρατός πέρασε τον Σαγγάριο και επιχείρησε να καταλάβει την Άγκυρα χωρίς ουσιαστική διεθνή στρατιωτική υποστήριξη.
Η αποτυχία της εκστρατείας αυτής σηματοδότησε την έναρξη της αντίστροφης μέτρησης.
Η ελληνική στρατιά βρέθηκε βαθιά στο εσωτερικό της Ανατολίας, με τεράστιες γραμμές ανεφοδιασμού και χωρίς ξεκάθαρη πολιτική διέξοδο.
Την ίδια στιγμή, ο Κεμάλ εδραίωνε τη θέση του, εξασφάλιζε διεθνή υποστήριξη και προετοιμαζόταν για την τελική αντεπίθεση.
Για τον Ποντιακό Ελληνισμό, όμως, οι συνέπειες ήταν ακόμη πιο άμεσες και τραγικές.
Η απειλή ελληνικής επέμβασης και τα «Άουσβιτς εν ροή» του Πόντου
Ο Βλάσης Αγτζίδης επισημαίνει ότι ο Μουσταφά Κεμάλ έλαβε σοβαρά υπόψη του τις ελληνικές αναφορές περί στρατιωτικής επέμβασης στον Πόντο.
Ακόμη και αν η κυβέρνηση των Αθηνών χρησιμοποιούσε το σενάριο αυτό ως επικοινωνιακό και διπλωματικό ελιγμό, η κεμαλική ηγεσία το αντιμετώπισε ως πραγματική απειλή.
Ακολούθησε η απόφαση για την ολοκληρωτική εκκένωση του Πόντου από τον ελληνικό του πληθυσμό.
Χιλιάδες Έλληνες οδηγήθηκαν στα βάθη της Ανατολίας μέσα από ατελείωτες πορείες θανάτου, χωρίς τροφή, ρουχισμό ή στοιχειώδη περίθαλψη.
Οι πορείες αυτές έχουν χαρακτηριστεί από τον ιστορικό ως «Άουσβιτς εν ροή», καθώς η εξόντωση δεν συντελούνταν σε σταθερά στρατόπεδα, αλλά κατά τη διάρκεια των εκτοπίσεων.
Άνδρες στρατεύσιμης ηλικίας εντάχθηκαν στα διαβόητα τάγματα εργασίας. Ολόκληρες κοινότητες διαλύθηκαν. Οικογένειες χάθηκαν στους δρόμους της εξορίας.
Η Σαμψούντα, η Αμισός, η Πάφρα, η Κερασούντα, η Τραπεζούντα και οι άλλες ιστορικές εστίες του Ποντιακού Ελληνισμού οδηγήθηκαν στην καταστροφή και την ερήμωση.
Οι διώξεις κορυφώθηκαν με τις εκτελέσεις στην Αμάσεια και με την εξόντωση της πολιτικής, πνευματικής και κοινωνικής ηγεσίας των Ελλήνων του Πόντου.
«Εθνικόν είναι το αληθές»
Η παρέμβαση του Βλάση Αγτζίδη δεν αποτελεί απλώς απάντηση σε μια πλαστή φωτογραφία.
Αποτελεί προειδοποίηση για τον τρόπο με τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη, η ιστορική ημιμάθεια και ο παλαιός πολιτικός φανατισμός μπορούν να συνδυαστούν και να παράγουν μια νέα, επικίνδυνη μορφή παραπληροφόρησης.
Μια ψεύτικη εικόνα μπορεί να διαψευστεί τεχνικά.
Η παραχάραξη της Ιστορίας, όμως, δεν αντιμετωπίζεται μόνο με έναν έλεγχο αυθεντικότητας. Απαιτεί γνώση, αρχεία, μαρτυρίες και σεβασμό στους ανθρώπους που βίωσαν την Καταστροφή.
Για τον Ποντιακό Ελληνισμό, η συζήτηση δεν είναι ακαδημαϊκή.
Πίσω από τις πολιτικές επιλογές, τις διπλωματικές κινήσεις και τις στρατιωτικές αποτυχίες βρίσκονται οι νεκροί, οι εκτοπισμένοι και οι πρόσφυγες.
Βρίσκονται οι οικογένειες που εγκατέλειψαν τον Πόντο με μια εικόνα, ένα κλειδί, λίγα χώματα και τη μνήμη των πατρίδων τους.
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, η ελληνική κοινωνία οφείλει να μελετά την περίοδο χωρίς παραταξιακές παρωπίδες, χωρίς ψηφιακές πλαστογραφίες και χωρίς εύκολα συνθήματα.
Γιατί, όπως υπενθυμίζει η ίδια η ιστορική ρήση, εθνικόν είναι το αληθές.
Και το αληθές δεν υπηρετεί ούτε τον βενιζελισμό ούτε τον αντιβενιζελισμό.
Υπηρετεί τη μνήμη του Πόντου, της Ιωνίας, της Καππαδοκίας και της Ανατολικής Θράκης. Υπηρετεί τους ανθρώπους που πλήρωσαν με αίμα τα λάθη, τους ανταγωνισμούς και τις αυταπάτες της ελλαδικής πολιτικής.
The post Βλάσης Αγτζίδης: Η πλαστή φωτογραφία Βενιζέλου–Κεμάλ άνοιξε ξανά τις πληγές του Πόντου και της Μικρασιατικής Καταστροφής first appeared on PontosVoice – H δική σου ΚΑΘΑΡΗ Ποντιακή φωνή.
Πηγή: Read More

Το HellasVoice.gr αποτελεί ένα σύγχρονο ψηφιακό ενημερωτικό μέσο με στόχο την άμεση, αξιόπιστη και πολυθεματική ενημέρωση του κοινού. Με έμφαση στην ελληνική επικαιρότητα αλλά και σε θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, το HellasVoice.gr καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ειδήσεων που αφορούν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον τουρισμό, την υγεία και την καθημερινότητα.
Η πλατφόρμα αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες περιεχομένου, συνδυάζοντας επιλεγμένες ειδήσεις από έγκυρες πηγές με πρωτογενές υλικό, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εμπειρία ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη σωστή δομή των άρθρων, την ταχύτητα φόρτωσης και τη βέλτιστη εμπειρία χρήσης σε κινητές συσκευές.
Στόχος του HellasVoice.gr είναι να αποτελέσει ένα δυναμικό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς στον χώρο της ψηφιακής ενημέρωσης, συμβάλλοντας στη διάδοση της πληροφορίας με διαφάνεια, συνέπεια και σεβασμό προς τον αναγνώστη.
